Οτι η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη απέχει ελάχιστα από την καχυποψία απέναντί της είναι δεδομένο.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Γνωριζόμαστε όλοι, άλλωστε, σ’ αυτή τη χώρα που λέγεται Ελλάδα και ξέρουμε πολύ καλά πως εμπιστευόμαστε κατά κύριο λόγο τους δικαστές μόνο όταν οι αποφάσεις τους είναι υπέρ ημών και των συμφερόντων μας – σε διαφορετική περίπτωση, αρκετοί πλάθουν θεωρίες συνωμοσίας, ανακαλύπτουν παραδικαστικά κυκλώματα ή θεωρούν απλώς πως οι δικαστές και εισαγγελείς είναι μαριονέτες που πολιτικού συστήματος – κατά βάση της εκάστοτε κυβέρνησης.
Εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη, ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρχει κατά περίπτωση. Πολύ περισσότερο, σε μια ευνομούμενη πολιτεία και σε μια σύγχρονη δημοκρατία, όπως είναι η ελληνική. Και όμως: ακόμη και πολιτικοί αρχηγοί κατακεραυνώνουν τους δικαστές και τους εγκαλούν ευθέως για διαπλοκή με την κυβέρνηση ή ότι, στην καλύτερη περίπτωση, εκτελούν εντολές άνωθεν.
Το είδαμε, άλλωστε, πρόσφατα και το βλέπουμε ξανά: στην περίπτωση της τραγωδίας των Τεμπών, η Δικαιοσύνη –σύμφωνα με τα ίδια πρόσωπα– ακολουθούσε τις υποδείξεις της κυβέρνησης. Αλλά στην περίπτωση των παρακολουθήσεων η Δικαιοσύνη ήταν εκείνη που θα έδειχνε τον δρόμο και θα «καθάριζε» την υπόθεση.
Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι τώρα τα ίδια πολιτικά στελέχη και οι ίδιοι πολιτικοί αρχηγοί δηλώνουν εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη για… τα Τέμπη και θέλουν να ολοκληρωθεί σύντομα και δίχως προσκόμματα η δίκη, αλλά ξιφουλκούν κατά ανώτατων δικαστικών με αφορμή την απόφαση του Αρείου Πάγου να παραμείνει στο αρχείο η υπόθεση των παρακολουθήσεων.
Επιλεκτική ευαισθησία δηλαδή, αλλά την ίδια στιγμή και… κωλοτούμπα, δίχως αιδώ και δίχως κάποια άλλη εξήγηση. Διότι το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να υπηρετούν και να εξυπηρετούν το δικό τους πολιτικό αφήγημα κατά της κυβέρνησης, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αδυνατούν να αρθρώσουν σοβαρό και προγραμματικό αντιπολιτευτικό λόγο. Εδώ υπάρχει και το εξής παράδοξο: οι πρωτοδίκες που εξέτασαν την υπόθεση των παρακολουθήσεων και προχώρησαν σε πολυετείς καταδίκες των ιδιωτών που ήταν κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι… καλοί για τους συγκεκριμένους πολιτικούς.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι ανώτατοι δικαστές που αποφάσισαν η υπόθεση να μην ανασυρθεί από το αρχείο, παρά την απόφαση του Πρωτοδικείου, είναι… κακοί και δοτοί. Εξυπηρετούν τάχα την κυβέρνηση ή υποκινούνται απ’ αυτήν. Υποκύπτουν σε παρεμβάσεις και παίζουν –όπως ισχυρίζονται– πολιτικά παιχνίδια. Πώς είναι όμως δυνατόν να συμβαίνει αυτό, και μάλιστα σε υψηλό επίπεδο, ενώ την ίδια στιγμή σε επίπεδο πρωτοδίκη να είναι όλοι άτεγκτοι; Πριν καν φτάσουμε εξάλλου σ’ αυτό το σημείο, υπάρχει μία ακόμη αρχή που τη σέβεται το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου σε όλα τα ευνομούμενα κράτη: ποτέ δεν σχολιάζουμε αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, έχουμε δικαίωμα να εκφράσουμε την άποψή μας, αλλά δεν μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη για την κρίση των δικαστών. Οχι γιατί μας το λέει κάποιος ως θέσφατο, αλλά γιατί αυτό επιτάσσει η συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια, αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή στη χώρα με τη στάση της αντιπολίτευσης δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια –συνειδητή ή μη– αποδόμησης του ενός εκ των πυλώνων του δημοκρατικού πολιτεύματος, αντίθετα με τις επιταγές του συντάγματος.
Η πραγματικότητα είναι πως η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των παρακολουθήσεων διαψεύδει τις προσδοκίες του ΠΑΣΟΚ και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης και βεβαίως του Νίκου Ανδρουλάκη προσωπικά.
Και είναι απολύτως κατανοητό αυτό να είναι εξαιρετικά δυσάρεστο για εκείνους σε μια προεκλογική περίοδο, ωστόσο καλό θα ήταν για τους ίδιους πρώτα να συνειδητοποιήσουν το ταχύτερο δυνατό την πραγματικότητα. Και να αποφύγουν, βεβαίως, τις επιθέσεις στη Δικαιοσύνη και ιδίως τις προσωπικές επιθέσεις σε συγκεκριμένους δικαστές, διότι αυτό υπονομεύει την ίδια τη δημοκρατία που εκείνοι λένε ότι υπερασπίζονται απέναντι στην κυβέρνηση που τάχα αυτή είναι που… καταλύει τους θεσμούς