Η πρόθεση της κυβέρνησης Τραμπ να προχωρήσει στην πώληση αμερικανικών κινητήρων F110 στην Τουρκία για το υπό ανάπτυξη μαχητικό Kaan δεν αποτελεί απλώς μια αμυντική συναλλαγή.

Φαίνεται να εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογική «συναλλακτικής διπλωματίας», με στόχο τη σταδιακή επαναπροσέγγιση της Αγκυρας με το δυτικό αμυντικό οικοσύστημα, παρακάμπτοντας σταδιακά τους πολιτικούς και νομικούς ενδοιασμούς που δημιούργησε η αγορά των ρωσικών S-400.

Σύμφωνα με το Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ ενημέρωσε επισήμως το Κογκρέσο για ένα πακέτο άνω των 700 εκατ. δολαρίων που αφορά την προμήθεια περίπου 80 κινητήρων General Electric F110. Πρόκειται για αριθμό που, σύμφωνα με αναλυτές, επαρκεί, όχι μόνο για την υποστήριξη των πρωτοτύπων, αλλά και για την κάλυψη των πρώτων σειρών παραγωγής του Kaan τα επόμενα χρόνια.

Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με την προετοιμασία της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα (7-8 Ιουλίου) σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ουάσιγκτον επιδιώκει να αποφύγει την εικόνα εσωτερικής ρήξης στη Συμμαχία, ενισχύοντας παράλληλα τη συνεργασία της με μια χώρα που εξακολουθεί να θεωρεί στρατηγικά σημαντική.

Το ζήτημα όμως δεν σταματά στους κινητήρες. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, επιβεβαίωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη νομικός έλεγχος για το αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η Τουρκία θα μπορούσε να αποκτήσει F-35.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό μήνυμα: Η Ουάσιγκτον δεν συζητά απλώς μια περιορισμένη τεχνική διευκόλυνση, αλλά εξετάζει εάν υπάρχει ένα παράθυρο για τη σταδιακή αποκατάσταση των αμυντικών σχέσεων με την Αγκυρα, επιχειρώντας να διαχωρίσει τη σημερινή γεωπολιτική χρησιμότητα της Τουρκίας από τους περιορισμούς που επέβαλε ο αμερικανικός Νόμος περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Αμυνας (NDAA) του 2020 λόγω των S-400.

Σε αυτή τη μάχη, η αντίδραση στο εσωτερικό των ΗΠΑ κλιμακώνεται. Το ελληνικό και κυπριακό δίκτυο, με το American Hellenic Institute στην πρώτη γραμμή, έχει ήδη κινητοποιηθεί, ενώ Ελληνοαμερικανοί βουλευτές εκφράζουν δημόσια τη σοβαρή ανησυχία τους. Το αρμενικό λόμπι επιμένει στην πλήρη εφαρμογή των κυρώσεων CAATSA, ενώ φιλοϊσραηλινοί κύκλοι, όπως το JINSA, προειδοποιούν ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί «flight risk» για τα F-35 όσο διατηρεί σε επιχειρησιακή κατάσταση τους ρωσικούς S-400.

Η σύμπτωση αυτών των τριών διαφορετικών δικτύων επιρροής –ελληνικού, αρμενικού και φιλοϊσραηλινού– διαμορφώνει ένα σπάνιο μέτωπο στο Κογκρέσο απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια πλήρους επαναφοράς της Τουρκίας στο αμερικανικό αμυντικό πρόγραμμα.

Ωστόσο, η Αγκυρα διαθέτει και ένα σημαντικό τεχνικό πλεονέκτημα. Μέσω της TEI (TUSAŞ Engine Industries), η οποία επί δεκαετίες υποστηρίζει τους κινητήρες των τουρκικών F-16, έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη συντήρηση και τη συναρμολόγηση των F110.

Αυτό καθιστά την ενσωμάτωση των κινητήρων στο πρόγραμμα Kaan ευκολότερη και λιγότερο απαιτητική σε νέες υποδομές. Η κρίσιμη όμως τεχνογνωσία του κινητήρα –και ιδιαίτερα του λεγόμενου hot section, του πιο προηγμένου τεχνολογικά τμήματός του– παραμένει αμερικανική. Η Τουρκία μπορεί να συντηρεί και να αξιοποιεί τον κινητήρα, δεν μπορεί όμως να τον εξελίσσει, να τον εξάγει ή να τον αντικαθιστά χωρίς την έγκριση της Ουάσιγκτον.

Παρά ταύτα, οι F110 δεν μετατρέπουν αυτομάτως το Kaan σε άμεση απειλή για την ελληνική αεροπορική υπεροχή στο Αιγαίο. Το αεροσκάφος παραμένει σε φάση ανάπτυξης, με κρίσιμα στάδια πιστοποίησης, ολοκλήρωσης ηλεκτρονικών συστημάτων, αισθητήρων, όπλων, λογισμικού και δικτυοκεντρικών δυνατοτήτων να βρίσκονται ακόμη μπροστά του.

Η απόκτηση των αμερικανικών κινητήρων προσφέρει πολύτιμο χρόνο στο πρόγραμμα του Ερντογάν, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί την Αγκυρα σε μια κατάσταση τεχνολογικής εξάρτησης. Οσο το Kaan πετά με αμερικανική «καρδιά», η Τουρκία εξακολουθεί να εξαρτάται από τη δυτική τεχνολογία και τις πολιτικές αποφάσεις που τη συνοδεύουν.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένας αμερικανικός κινητήρας θα μπει σε ένα τουρκικό μαχητικό. Είναι αν η Ουάσιγκτον αρχίζει να αποσυναρμολογεί βήμα βήμα το πλαίσιο περιορισμών που η ίδια επέβαλε μετά την αγορά των S-400. Γιατί αν οι κινητήρες αποτελούν το πρώτο βήμα, τότε η πραγματική συζήτηση δεν αφορά μόνο το Kaan ούτε ακόμη και τα F-35. Αφορά το αν η Τουρκία αποκτά ξανά αυτό που επιδιώκει εδώ και χρόνια: Γεωπολιτική ασυλία!