Ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η Τουρκία επιχειρεί να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος πυλώνας της Συμμαχίας. Και, δυστυχώς, δεν είναι λίγοι στη Δύση που δείχνουν πρόθυμοι να υιοθετήσουν αυτή την εικόνα χωρίς αστερίσκους, χωρίς επιφυλάξεις και χωρίς μνήμη.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του γενικού γραμματέα της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, ο οποίος παρουσίασε την τουρκική αμυντική βιομηχανία ως σημαντικό πλεονέκτημα για τη Συμμαχία, εντάσσονται σε αυτή τη νέα ατμόσφαιρα. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η Τουρκία έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια αξιόλογες αμυντικές δυνατότητες. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η στρατιωτική χρησιμότητα μιας χώρας χρησιμοποιείται για να σκεπάσει τη συνολική της συμπεριφορά.

Γιατί η Τουρκία δεν είναι απλώς μια χώρα με ισχυρή αμυντική βιομηχανία:

-Είναι η χώρα, που εξακολουθεί να κατέχει μεγάλο τμήμα της Κύπρου, δηλαδή ευρωπαϊκού εδάφους.

-Είναι η χώρα, που διατηρεί το casus belli κατά της Ελλάδας.

-Είναι η χώρα, που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

-Είναι η χώρα, που έχει οικοδομήσει ολόκληρη στρατηγική αναθεώρησης γύρω από τη «Γαλάζια Πατρίδα».

-Είναι η χώρα, που απειλεί την Ελλάδα και το Ισραήλ, ενώ την ίδια στιγμή επιδιώκει να εμφανίζεται ως απαραίτητος σύμμαχος της Δύσης.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν προστεθεί και η πρόσφατη δήλωση του Αμερικανού μόνιμου αντιπροσώπου στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, ο οποίος χαρακτήρισε την Τουρκία «πρότυπο σύμμαχο» και κάλεσε άλλα μέλη της Συμμαχίας να ακολουθήσουν το παράδειγμά της.

Αν η Τουρκία αποτελεί πρότυπο, τότε τι ακριβώς θεωρείται πλέον πρόβλημα μέσα στο ΝΑΤΟ; Η κατοχή ξένου εδάφους; Η απειλή πολέμου κατά συμμάχου; Η αμφισβήτηση συνόρων; Οι σχέσεις με τη Χαμάς; Η αυταρχική διολίσθηση; Η άρνηση συμμετοχής στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι βαθύτατα πολιτικό.

Η Άγκυρα δεν έχει συνταχθεί με το δυτικό πλαίσιο κυρώσεων κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τη Μόσχα, αγοράζει ρωσικά οπλικά συστήματα, συνομιλεί με την Κίνα, διατηρεί σχέσεις με το Ιράν και ταυτόχρονα αξιώνει να αντιμετωπίζεται ως αναντικατάστατος δυτικός σύμμαχος. Πρόκειται για μια ιδιότυπη γεωπολιτική διπλοθεσία: με τη Δύση όταν πρόκειται για οφέλη, με τους αντιπάλους της Δύσης όταν πρόκειται για αυτονομία κινήσεων.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόσφατη επίσκεψη της Κάγια Κάλας στην Άγκυρα, μαζί με υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία της ΕΕ, κινήθηκε στο ίδιο κλίμα. Η Τουρκία παρουσιάστηκε ως «κρίσιμος εταίρος», ως αναγκαίος συνομιλητής, ως δύναμη που πρέπει να ενταχθεί βαθύτερα στις ευρωπαϊκές δομές ασφάλειας. Και πάλι, ελάχιστα ειπώθηκαν, για όσα η ίδια η Τουρκία πράττει εις βάρος δύο κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης: της Ελλάδας και της Κύπρου.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.

Όταν υπάρχει ρωσική πρόκληση στα σύνορα χωρών του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, η Ευρώπη αντιδρά αμέσως. Ορθώς! Όταν ρωσικά αεροσκάφη, πλοία ή υβριδικές επιχειρήσεις προκαλούν ανησυχία σε Βαλτική, Πολωνία, Φινλανδία ή στη Μαύρη Θάλασσα, οι Βρυξέλλες μιλούν για απειλή κατά της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Και πάλι ορθώς! Όταν όμως η Τουρκία παραβιάζει, απειλεί, αμφισβητεί και πιέζει Ελλάδα και Κύπρο, τότε η ίδια ευρωπαϊκή ευαισθησία εμφανίζεται πολύ πιο συγκρατημένη.

Άρα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η Τουρκία. Το πρόβλημα είναι η επιλεκτική όραση της Δύσης.

Δεν μπορεί η Ευρώπη να απαιτεί απόλυτο σεβασμό του διεθνούς δικαίου στην Ουκρανία και να αντιμετωπίζει ως «διμερές ζήτημα» τις τουρκικές απειλές στο Αιγαίο. Δεν μπορεί το ΝΑΤΟ να επικαλείται την ενότητα της Συμμαχίας απέναντι στη Ρωσία και την ίδια ώρα να σιωπά όταν ένα μέλος της Συμμαχίας απειλεί άλλο μέλος. Δεν μπορεί η Δύση να καταγγέλλει τον αναθεωρητισμό όταν προέρχεται από τη Μόσχα, αλλά να τον εξωραΐζει όταν προέρχεται από την Άγκυρα.

Η Τουρκία του Ερντογάν έχει καταλάβει καλά αυτό το κενό. Γνωρίζει ότι η γεωγραφία της, ο στρατός της, η αμυντική της βιομηχανία, ο ρόλος της στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στον Καύκασο της προσφέρουν διαπραγματευτική ισχύ. Και αξιοποιεί αυτή την ισχύ όχι για να ευθυγραμμιστεί με τη Δύση, αλλά για να αποσπά προνόμια χωρίς να εγκαταλείπει τον αναθεωρητισμό της.

Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα που εκπέμπεται πριν από τη Σύνοδο της Άγκυρας. Όχι απλώς ότι η Τουρκία επιστρέφει στο κέντρο της νατοϊκής συζήτησης. Αλλά ότι επιστρέφει χωρίς να έχει πληρώσει πολιτικό κόστος για όσα έχει κάνει και εξακολουθεί να κάνει.

Και εδώ υπάρχει ένας σοβαρός κίνδυνος για Ελλάδα και Κύπρο. Αν η Τουρκία πειστεί ότι η στρατηγική της αξία τής εξασφαλίζει άτυπη ασυλία, τότε θα γίνει ακόμη πιο επιθετική. Αν καταλάβει ότι οι απειλές της ξεχνιούνται μπροστά στα συμβόλαια της αμυντικής βιομηχανίας, θα συνεχίσει να απειλεί. Αν διαπιστώσει ότι οι δυτικές πρωτεύουσες την αντιμετωπίζουν ως «πρότυπο», παρά την κατοχή, τις παραβιάσεις, τις σχέσεις με τη Χαμάς και την αυταρχική διολίσθηση, τότε θα θεωρήσει ότι το μοντέλο της επιβραβεύεται.

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν είναι, λοιπόν, μια απλή διπλωματική συνάντηση. Είναι δοκιμασία αξιοπιστίας. Όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά κυρίως για τη Δύση. Γιατί η αξιοπιστία μιας συμμαχίας δεν κρίνεται μόνο από το πώς αντιμετωπίζει τους αντιπάλους της. Κρίνεται και από το αν τολμά να εφαρμόζει τις ίδιες αρχές στους δικούς της συμμάχους.

Αν οι αρχές εφαρμόζονται μόνο όταν βολεύουν, τότε παύουν να είναι αρχές. Γίνονται εργαλείο σκοπιμότητας. Και όταν η σκοπιμότητα αντικαθιστά το διεθνές δίκαιο, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα ή την Κύπρο… Αφορά την ίδια τη Δύση!

Γιατί, μια Συμμαχία, που βλέπει καθαρά τη Μόσχα, αλλά θολώνει όταν κοιτάζει την Άγκυρα, δεν κινδυνεύει μόνο από τους εχθρούς της. Κινδυνεύει και από τις ίδιες της τις αντιφάσεις.