Ο Τζον Γκαλμπρέιθ είχε πει κάποτε ότι η μοναδική χρησιμότητα των οικονομικών προβλέψεων είναι να κάνουν την… αστρολογία να φαίνεται αξιοσέβαστη!

Αν παραφράσουμε αυτήν την πασίγνωστη ρήση του για πολλές αναλύσεις για τα Ελληνοτουρκικά, ίσως να διατυπώναμε μια νέα εκδοχή αυτής της φράσης. Γιατί εδώ και χρόνια ένα μέρος της δημόσιας συζήτησης επιμένει να προβλέπει ότι η Τουρκία, μέσα από τον διάλογο, την αποκλιμάκωση και την αποφυγή των εντάσεων, θα περιορίσει σταδιακά τον αναθεωρητισμό της. Η πραγματικότητα, ωστόσο, ακολουθεί σταθερά την αντίθετη πορεία.


Κάθε φορά που η Αθήνα επεδίωκε τη διατήρηση ήρεμου κλίματος, η Αγκυρα δεν εγκατέλειπε καμία από τις βασικές διεκδικήσεις της. Δεν απέσυρε το casus belli. Δεν αναγνώρισε το δικαίωμα των ελληνικών νησιών σε πλήρη θαλάσσια δικαιώματα. Δεν εγκατέλειψε τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών».

Δεν αναθεώρησε το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Δεν ανακάλεσε ούτε μία από τις πάγιες διεκδικήσεις της, ακόμη και κατά την περίοδο που χαρακτηρίστηκε περίοδος «ήρεμων νερών». Αντίθετα, συνέχισε να τις παρουσιάζει ως αδιαπραγμάτευτες εθνικές θέσεις. Ολα αυτά δεν αποτελούν συγκυριακές επιλογές, αλλά σταθερά στοιχεία της τουρκικής στρατηγικής.


Οι προβλέψεις αυτές διαψεύστηκαν σχεδόν σε κάθε κρίσιμο σταυροδρόμι της τελευταίας δεκαετίας. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά απέκτησε νέα εργαλεία και νέα μέσα έκφρασης.


Σήμερα, η Τουρκία επιχειρεί κάτι ποιοτικά διαφορετικό. Επιχειρεί μια συστηματική εφαρμογή του Lawfare (δηλαδή του «πολέμου μέσω του δικαίου»). Επιδιώκει να μετατρέψει το Lawfare σε στρατηγικό πολλαπλασιαστή ισχύος. Δεν αρκείται πλέον στην προβολή ισχύος μέσω του στρατού ή της διπλωματίας, αλλά επιδιώκει να επενδύσει τις αναθεωρητικές αξιώσεις της με ένα εσωτερικό νομικό περίβλημα, ώστε να εμφανίζονται ως δήθεν θεσμικά κατοχυρωμένες κρατικές θέσεις.

Παρότι η κατάθεση του σχετικού νομοσχεδίου μετατίθεται ανάλογα με τις διπλωματικές σκοπιμότητες της συγκυρίας, η νομοτεχνική προετοιμασία του καταδεικνύει ότι η στρατηγική επιλογή παραμένει ακλόνητη.


Αυτή είναι η μεγαλύτερη διάψευση της σχολής του κατευνασμού. Η διεθνής βιβλιογραφία έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι όταν μια αναθεωρητική δύναμη δεν συναντά ουσιαστικό κόστος, ο χρόνος τείνει να λειτουργεί υπέρ της και όχι υπέρ της σταθερότητας.

Ενώ η Ελλάδα συζητούσε τη διαχείριση της έντασης, η Αγκυρα εκμεταλλεύτηκε κάθε διεθνή αναταραχή –από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ενεργειακή κρίση μέχρι τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και τη σημερινή αναδιάταξη των αμερικανικών και ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων– για να μονιμοποιήσει την παρουσία της στο πεδίο, οικοδομώντας ένα ολοκληρωμένο ιδεολογικό, στρατιωτικό, διπλωματικό και πλέον νομικό οικοδόμημα.


Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η Αγκυρα αξιοποιεί την ψευδαίσθηση της «νομικής κανονικότητας», που επιχειρεί να δημιουργήσει, ώστε η συζήτηση να μετατοπιστεί από τη νομιμότητα των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υποτιθέμενη ύπαρξη «δύο αντικρουόμενων νομικών θέσεων». Δεν αλλάζει το διεθνές δίκαιο, επιχειρεί όμως να επιβάλει μια δική της νομική αφήγηση, την οποία χρησιμοποιεί ως εργαλείο πίεσης σε κάθε διπλωματικό τραπέζι.


Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν πρέπει πλέον να περιστρέφεται γύρω από το αν η Τουρκία «θέλει πραγματικά ένταση». Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Πόσες ακόμη διαψεύσεις χρειάζονται για να εγκαταλειφθεί μια θεωρία που τα γεγονότα έχουν ήδη ξεπεράσει;
Η ιστορία των Ελληνοτουρκικών διδάσκει ότι η Αγκυρα δεν εγκαταλείπει έναν στρατηγικό στόχο λόγω της παρόδου του χρόνου. Τον εγκαταλείπει μόνο όταν το κόστος υπερβεί το όφελος. Η μεγαλύτερη αυταπάτη δεν είναι να υποτιμά κανείς τις προθέσεις της Τουρκίας. Είναι να πιστεύει ότι ο αναθεωρητισμός αυτοπεριορίζεται επειδή περνά ο χρόνος. Η ιστορία δείχνει ακριβώς το αντίθετο: όταν δεν συναντά αποτρεπτικό κόστος, ο αναθεωρητισμός δεν υποχωρεί. Θεσμοθετείται, εδραιώνεται και διευρύνεται.