Η ομόφωνη απόφαση της ισραηλινής κυβέρνησης να προχωρήσει στην επίσημη αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων αποτελεί μία ιστορική καμπή.
Ακόμη κι αν απαιτείται η επικύρωσή της από την Κνεσέτ για να ολοκληρωθεί θεσμικά, η πολιτική σημασία της είναι ήδη μεγάλη. Για πρώτη φορά το κράτος του Ισραήλ εγκαταλείπει μια διαχρονική επιφύλαξη, που επί δεκαετίες υπαγορευόταν κυρίως από τις στρατηγικές του σχέσεις με την Τουρκία και επιλέγει να τοποθετηθεί με όρους ιστορικής και ηθικής ευθύνης.
Η απόφαση αυτή δικαιώνει πρωτίστως τον αρμενικό λαό. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί ένα νέο ιστορικό προηγούμενο και ανοίγει αναπόφευκτα μια ευρύτερη συζήτηση. Αν η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί πλέον να παραμένει όμηρος γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων, τότε το ίδιο ερώτημα τίθεται και για τις υπόλοιπες μεγάλες τραγωδίες που σημάδεψαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί ελληνική διεκδίκηση ούτε προσπάθεια συμψηφισμού της αρμενικής τραγωδίας. Αντίθετα, πηγάζει από την ίδια τη λογική της πρόσφατης ισραηλινής απόφασης. Γιατί οι Αρμένιοι δεν υπήρξαν οι μόνοι στόχοι μιας πολιτικής εξόντωσης.
Την ίδια ιστορική περίοδο, οι Ελληνες του Πόντου, της Θράκης, της Ιωνίας και της υπόλοιπης Μικράς Ασίας, όπως και οι Ασσύριοι, γνώρισαν διωγμούς, εκτοπισμούς, πορείες θανάτου και μαζικές σφαγές, που άλλαξαν οριστικά τη δημογραφική και πολιτισμική φυσιογνωμία της Ανατολής.
Το σημαντικότερο ίσως επιχείρημα δεν προέρχεται από την ελληνική ιστοριογραφία αλλά από την ίδια την ισραηλινή ακαδημαϊκή κοινότητα. Οι Ισραηλινοί ιστορικοί Benny Morris και Dror Ze’evi, στο έργο τους «Η τριακονταετής γενοκτονία – Ο αφανισμός των χριστιανικών μειονοτήτων της Τουρκίας, 1894-1924», υποστηρίζουν ότι οι διώξεις των ετών 1894-1924 δεν αποτελούν τρεις διαφορετικές ιστορίες, αλλά μία ενιαία διαδικασία εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με την τεκμηρίωσή τους, Αρμένιοι, Ασσύριοι και Ελληνες υπήρξαν θύματα της ίδιας μακράς πολιτικής εθνοκάθαρσης και βίαιου μετασχηματισμού της αυτοκρατορίας σε ένα ομογενοποιημένο εθνικό κράτος. Η προσέγγιση αυτή δεν αποτελεί περιθωριακή άποψη, αλλά μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες συμβολές στη διεθνή βιβλιογραφία για τις γενοκτονίες της ύστερης Οθωμανικής Περιόδου.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται επί χρόνια και ο Ισραηλινός ιστορικός Γιαΐρ Αουρόν, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του Ολοκαυτώματος και των γενοκτονιών. Ο Αουρόν έχει υποστηρίξει ότι η αναγνώριση των γενοκτονιών δεν μπορεί να εξαρτάται από τις εκάστοτε διπλωματικές σχέσεις ενός κράτους. Η ιστορική μνήμη, τονίζει, δεν είναι εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Είναι ηθική υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια.
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι μέσα στο ίδιο το Ισραήλ η σχετική συζήτηση διαρκεί περισσότερο από δύο δεκαετίες. Επιτροπές της Κνεσέτ, βουλευτές από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους και σημαντικές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής είχαν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας αποτελούσε ηθικό καθήκον. Η πρόσφατη κυβερνητική απόφαση ουσιαστικά έρχεται να κλείσει μια μακρά περίοδο κατά την οποία η ιστορική μνήμη υποχωρούσε μπροστά στις γεωπολιτικές ισορροπίες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης. Αν το Ισραήλ αποδέχεται πλέον ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να παραμένει αιχμάλωτη της διπλωματίας, τότε η ίδια αρχή οδηγεί αναπόφευκτα και στους Ελληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Θράκης και στους Ασσυρίους. Oχι επειδή το ζητούν η Ελλάδα ή η Αρμενία… Αλλά επειδή το επιβάλλει η συνέπεια απέναντι στην ίδια την ιστορία!
Και κάτι ακόμα: Η αναγνώριση και άλλων γενοκτονιών δεν αποδυναμώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Αντίθετα, ενισχύει το πανανθρώπινο μήνυμα «Ποτέ ξανά»! Το Ισραήλ, περισσότερο από κάθε άλλο κράτος, γνωρίζει ότι η άρνηση, η λήθη και η παραχάραξη αποτελούν τη δεύτερη δολοφονία των θυμάτων. Γι’ αυτό και η υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης αποκτά αξία μόνο όταν εφαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Μια τέτοια εξέλιξη θα προσέδιδε ακόμη βαθύτερο περιεχόμενο και στη στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ. Οι δύο χώρες έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια μια στενή συνεργασία σε άμυνα, ασφάλεια, ενέργεια και τεχνολογία. Ομως οι πραγματικά ανθεκτικές στρατηγικές σχέσεις δεν στηρίζονται μόνο στη σύγκλιση συμφερόντων. Θεμελιώνονται και σε μια κοινή αντίληψη για την ιστορία, τη δημοκρατία και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων αποτελεί μια γενναία και ιστορικά σωστή απόφαση. Δεν θα πρέπει όμως να είναι το τέλος της διαδρομής. Θα πρέπει να είναι η αρχή της ιστορικής συνέπειας. Γιατί η ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επιχείρησε να εξαφανίσει μόνο έναν λαό. Επιχείρησε να εξαφανίσει έναν ολόκληρο κόσμο. Και η ιστορική δικαιοσύνη δεν ολοκληρώνεται όταν φωτίζει μόνο ένα μέρος της αλήθειας... Ολοκληρώνεται όταν έχει το θάρρος να τη φωτίσει ολόκληρη!