Οι δημοκρατίες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με έναν πόλεμο που διεξάγεται κάτω από το κατώφλι της συμβατικής σύγκρουσης.
Ο Θουκυδίδης κατανόησε ότι οι πόλεμοι δεν κρίνονται αποκλειστικά από τη δύναμη των όπλων. Κρίνονται από τον φόβο, την αντίληψη, την ψυχολογία και τη βούληση των κοινωνιών.
Είκοσι πέντε αιώνες αργότερα, η διαπίστωσή του μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Μόνο που σήμερα ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με πυραύλους, άρματα μάχης και αεροσκάφη.
Διεξάγεται στις οθόνες των κινητών τηλεφώνων, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στους αλγορίθμους, στις κυβερνοεπιθέσεις και στις επιχειρήσεις επιρροής.
Η πρόσφατη αποκάλυψη ότι ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού, Θάνος Ντόκος, υπήρξε στόχος του διαβόητου ρωσικού διδύμου «Vovan και Lexus» δεν αποτελεί απλώς μια επιτυχημένη τηλεφωνική εξαπάτηση.
Υπενθυμίζει ότι οι δημοκρατίες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με έναν πόλεμο που διεξάγεται κάτω από το κατώφλι της συμβατικής σύγκρουσης.
Ήδη από την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης, η KGB χρησιμοποιούσε τα λεγόμενα Active Measures: επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, πλαστά έγγραφα, διασπορά ψευδών ειδήσεων, χρηματοδότηση οργανώσεων, προσπάθειες επηρεασμού της κοινής γνώμης και διείσδυση σε πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους του εξωτερικού. Στόχος δεν ήταν μόνο η συλλογή πληροφοριών, αλλά η διαμόρφωση της πραγματικότητας προς όφελος της Μόσχας.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αυτές οι πρακτικές προσαρμόστηκαν στη νέα ψηφιακή εποχή. Σήμερα, σύμφωνα με αναλύσεις κορυφαίων οργανισμών, η Ρωσία αντιμετωπίζει τις πληροφοριακές επιχειρήσεις ως αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής της στρατηγικής.
Στη δυτική βιβλιογραφία γίνεται συχνά λόγος για το λεγόμενο «δόγμα Γκερασίμοφ», όρος που καθιερώθηκε μετά από άρθρο του αρχηγού του ρωσικού Γενικού Επιτελείου, το 2013, όπου υποστήριζε ότι στις σύγχρονες συγκρούσεις τα μη στρατιωτικά μέσα μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικότερα ακόμη και από τη συμβατική στρατιωτική ισχύ.
Ωστόσο, αρκετοί κορυφαίοι αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν πρόκειται για επίσημο ρωσικό δόγμα, αλλά για δυτικό όρο που περιγράφει μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη. Η ουσία, όμως, παραμένει: η Μόσχα χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα μέσα ισχύος, επιδιώκοντας να αποδυναμώσει τον αντίπαλο πολύ πριν χρειαστεί να χρησιμοποιήσει στρατεύματα.
Κεντρική θέση σε αυτήν τη στρατηγική κατέχει η έννοια του Reflexive Control: δεν αρκεί να επηρεάσεις τον αντίπαλο· πρέπει να τον οδηγήσεις να λάβει μόνος του την απόφαση που εξυπηρετεί τα δικά σου συμφέροντα, πιστεύοντας ότι ενεργεί ανεξάρτητα.
Το ΝΑΤΟ χρησιμοποιεί τον όρο Cognitive Warfare – γνωστικός πόλεμος. Δεν πρόκειται μόνο για την κατάκτηση εδάφους ή την καταστροφή στρατιωτικών υποδομών. Πρόκειται για τη χειραγώγηση του ανθρώπινου νου, της κρίσης και της εμπιστοσύνης των κοινωνιών στους θεσμούς τους.
Το δίδυμο «Vovan και Lexus» έχει στοχοποιήσει κατά καιρούς πρωθυπουργούς, προέδρους, υπουργούς, επικεφαλής διεθνών οργανισμών και άλλες προσωπικότητες της Δύσης. Η επιτυχία μιας τέτοιας επιχείρησης δεν μετριέται μόνο από τις πληροφορίες που ενδεχομένως αποσπώνται.
Μετριέται κυρίως από την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των θεσμών, τον δημόσιο διασυρμό, την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και την απώλεια της εμπιστοσύνης.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν επανειλημμένα επισημάνει ρωσικές επιχειρήσεις επιρροής σε εκλογικές διαδικασίες. Οι μέθοδοι διαφέρουν, αλλά ο στόχος παραμένει κοινός: πόλωση, σύγχυση και αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στις δημοκρατικές διαδικασίες.
Η Κίνα, από την άλλη, προτιμά τη μακροχρόνια επιρροή μέσω της οικονομίας, της τεχνολογίας, των υποδομών, της πληροφορίας και της ψηφιακής εξάρτησης. Οι μέθοδοι διαφέρουν.
Η επιδίωξη, όμως, είναι κοινή: η διαμόρφωση ενός διεθνούς περιβάλλοντος ευνοϊκού για τα εθνικά τους συμφέροντα, χωρίς να απαιτείται άμεση στρατιωτική σύγκρουση.
Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια περιοχή ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας, οφείλει να αντιμετωπίζει με τη μέγιστη σοβαρότητα όχι μόνο τις συμβατικές αλλά και τις υβριδικές και γνωστικές απειλές. Η προστασία της εθνικής ασφάλειας δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τις Ένοπλες Δυνάμεις ή τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Απαιτεί θεσμική ανθεκτικότητα, ψηφιακή ασφάλεια, εκπαίδευση και κοινωνίες που μπορούν να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση πριν αυτή μετατραπεί σε πολιτικό ή στρατηγικό όπλο.
Ο Θουκυδίδης μας δίδαξε ότι η ισχύς δεν εξαντλείται στη στρατιωτική δύναμη. Ο Σουν Τσου συμπλήρωσε αιώνες αργότερα ότι «η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάξεις τον αντίπαλο χωρίς να πολεμήσεις».
Ίσως καμία άλλη φράση δεν περιγράφει καλύτερα τη φύση των συγκρούσεων του 21ου αιώνα. Σήμερα, η σημαντικότερη μάχη δίνεται για την κατάληψη της ανθρώπινης αντίληψης. Και οι πόλεμοι του μέλλοντος ίσως να μη κερδίζονται από εκείνον που διαθέτει τους περισσότερους πυραύλους, αλλά από εκείνον που θα καταφέρει πρώτος να καταλάβει το μυαλό του αντιπάλου.