Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση ότι η εποχή των «ισχυρών ηγετών» φτάνει στο τέλος της.

Πρόκειται όμως για μια μάλλον αισιόδοξη ανάγνωση της πραγματικότητας. Τα πολιτικά πρόσωπα μπορεί να αλλάζουν, όμως τα μοντέλα εξουσίας σπάνια εξαφανίζονται μαζί τους. Αντίθετα, προσαρμόζονται, εξελίσσονται και συχνά μεταφέρονται από χώρα σε χώρα.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ηττήθηκε ο Ορμπαν, αλλά αν ηττήθηκε ο «ορμπανισμός».

Τα τελευταία χρόνια, διεθνείς οργανισμοί και ερευνητικά κέντρα περιγράφουν μια κοινή τάση, που ξεπερνά τις ιδεολογικές διαφορές. Το V-Dem Institute μιλά για συνεχιζόμενη δημοκρατική οπισθοδρόμηση, το Freedom House καταγράφει πολυετή υποχώρηση των πολιτικών ελευθεριών, ενώ το CSIS επισημαίνει ότι τα ανελεύθερα καθεστώτα δεν λειτουργούν πλέον απομονωμένα, αλλά ανταλλάσσουν εμπειρίες και τεχνικές διακυβέρνησης.

Ο Βίκτορ Ορμπαν αποτέλεσε ίσως τον πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της λεγόμενης «ανελεύθερης δημοκρατίας». Δεν κατήργησε τις εκλογές. Δεν κατήργησε το κοινοβούλιο. Διατήρησε το δημοκρατικό περίβλημα, αλλά μετέβαλε σταδιακά τους συσχετισμούς ισχύος υπέρ της εκτελεστικής εξουσίας, περιορίζοντας την ανεξαρτησία θεσμών, ΜΜΕ και δικαστικού συστήματος.

Στην Τουρκία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ακολούθησε διαφορετική διαδρομή, αλλά με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Το προεδρικό σύστημα, που οικοδόμησε μετά το 2017, συγκέντρωσε πρωτοφανείς αρμοδιότητες στο πρόσωπο του προέδρου, ενώ η Δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση και μεγάλο μέρος του μιντιακού τοπίου πέρασαν υπό στενότερο πολιτικό έλεγχο. Για πολλούς διεθνείς αναλυτές, η Τουρκία δεν αποτελεί πλέον απλώς μια «ανελεύθερη δημοκρατία», αλλά ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό προεδρικό καθεστώς με περιορισμένα θεσμικά αντίβαρα.

Η περίπτωση του Εντι Ράμα παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά αναδεικνύει μια ακόμη εκδοχή του ίδιου φαινομένου. Η Αλβανία εξακολουθεί να δηλώνει σταθερά προσηλωμένη στην ευρωπαϊκή πορεία της, ωστόσο ευρωπαϊκές εκθέσεις και διεθνείς οργανισμοί έχουν επανειλημμένα επισημάνει προβλήματα, που αφορούν τη λειτουργία του κράτους δικαίου, την υπερσυγκέντρωση πολιτικής ισχύος, την ανεξαρτησία των θεσμών, τις πιέσεις προς τα μέσα ενημέρωσης και τα επίμονα φαινόμενα διαφθοράς.

Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την Αλβανία· αφορά το κατά πόσο μια χώρα μπορεί να διατηρεί δημοκρατικούς θεσμούς, ενώ η πραγματική ισορροπία εξουσιών μεταβάλλεται σταδιακά υπέρ της κυβέρνησης.

Αυτές οι ανησυχίες αποτυπώνονται και στις αξιολογήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της ενταξιακής διαδικασίας.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι τρεις αυτοί ηγέτες δεν προέρχονται από την ίδια πολιτική οικογένεια.

Ο Ορμπαν εκφράζει τον εθνικιστικό συντηρητισμό, ο Ράμα τη σοσιαλδημοκρατία και ο Ερντογάν το πολιτικό Ισλάμ. Παρ’ όλα αυτά, συγκλίνουν σε ορισμένες πρακτικές άσκησης της εξουσίας: ενίσχυση του εκτελεστικού κέντρου, αποδυνάμωση των θεσμικών αντίβαρων, αυξημένη επιρροή στα μέσα ενημέρωσης, συχνή επίκληση εξωτερικών απειλών για εσωτερική συσπείρωση και προσωποκεντρική πολιτική λειτουργία.

Αυτό αποδεικνύει ότι η σημερινή πρόκληση για τις δημοκρατίες δεν είναι πρωτίστως ιδεολογική. Είναι θεσμική. Οι σύγχρονες ανελεύθερες μορφές διακυβέρνησης δεν καταλύουν τη δημοκρατία με πραξικοπήματα. Τη μετασχηματίζουν αργά, χρησιμοποιώντας τα ίδια τα εργαλεία της δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Η ήττα του Ορμπαν ασφαλώς έχει τη σημασία της. Δείχνει ότι κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι άτρωτο όταν συσσωρεύονται κοινωνική κόπωση, οικονομικές δυσκολίες και πολιτική φθορά. Δεν σημαίνει όμως ότι εξαφανίζεται και το μοντέλο που εξέφρασε. Οσο οι θεσμοί αποδυναμώνονται και η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων, το «ανελεύθερο εγχειρίδιο» θα συνεχίζει να αλλάζει πρωταγωνιστές, χωρίς να αλλάζει ουσία.

Ισως τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση του 21ου αιώνα να μην είναι η κατάρρευση των δημοκρατιών, αλλά η σταδιακή μεταμόρφωσή τους σε κάτι που εξακολουθεί να ονομάζεται δημοκρατία, όμως λειτουργεί ολοένα και λιγότερο ως τέτοια.