Οι συζητήσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ δεν αφορούν μόνο το Ιράν, το πετρέλαιο ή τη Μέση Ανατολή.
Αφορούν κάτι πολύ ευρύτερο: το αν ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου τα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα μετατρέπονται ξανά σε εργαλεία πολιτικής, οικονομικής και γεωπολιτικής πίεσης.
Οι πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, σύμφωνα με τις οποίες εξετάστηκαν ή συζητήθηκαν τέλη διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, άνοιξαν μια συζήτηση που ξεπερνά κατά πολύ τον Περσικό Κόλπο. Ανεξάρτητα από το αν τελικά εφαρμοστούν ή όχι, η ίδια η συζήτηση δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: Τι θα συμβεί αν ένα διεθνές στρατηγικό πέρασμα μετατραπεί από ελεύθερη θαλάσσια οδό σε πηγή πολιτικής και οικονομικής εκμετάλλευσης;
Σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS), τα διεθνή στενά που χρησιμοποιούνται για διεθνή ναυσιπλοΐα διέπονται από το καθεστώς της ελεύθερης διέλευσης. Η επιβολή «διοδίων» από ένα παράκτιο κράτος θα αποτελούσε μονομερή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, γεγονός που θα έθετε ευθέως υπό αμφισβήτηση την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και θα μπορούσε να πυροδοτήσει σοβαρή γεωπολιτική αντιπαράθεση ή ακόμη και στρατιωτική αντίδραση από τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις.
Διότι αν δημιουργηθεί, έστω και η εντύπωση, ότι ένα κράτος μπορεί να αποκτήσει ειδικά δικαιώματα ελέγχου ή οικονομικής εκμετάλλευσης ενός διεθνούς στενού, τότε ανοίγει μια επικίνδυνη συζήτηση για ολόκληρο τον πλανήτη.
Η πρώτη περιοχή που έρχεται στο μυαλό είναι τα Στενά της Μαλάκα, ανάμεσα στη Μαλαισία και στο νησί Σουμάτρα της Ινδονησίας, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος του εμπορίου της Ασίας και σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών εισαγωγών της Κίνας από τη Μέση Ανατολή. Για το Πεκίνο, η Μαλάκα αποτελεί εδώ και χρόνια τη στρατηγική «αχίλλειο πτέρνα» του, καθώς ο έλεγχος των ροών αυτών ισοδυναμεί με έλεγχο της ίδιας της επιβίωσης της εθνικής οικονομίας του. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κίνα επενδύει τεράστια ποσά σε λιμάνια, βάσεις και εναλλακτικές διαδρομές από το Πακιστάν μέχρι τη Μιανμάρ για να απεγκλωβιστεί από αυτήν την εξάρτηση.
Ακολουθεί το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ανάμεσα στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό.
Οι επιθέσεις των Χούθι απέδειξαν πόσο εύκολα ένα σχετικά στενό θαλάσσιο πέρασμα μπορεί να διαταράξει το παγκόσμιο εμπόριο και να αναγκάσει εκατοντάδες πλοία να πραγματοποιούν τον πολύ ακριβότερο περίπλου της Αφρικής.
Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η Διώρυγα του Παναμά, η οποία συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό και βρίσκεται ολοένα περισσότερο στο επίκεντρο του αμερικανοκινεζικού ανταγωνισμού. Ο έλεγχος κρίσιμων λιμενικών και μεταφορικών υποδομών γύρω από τη διώρυγα δεν αφορά μόνο το εμπόριο, αλλά και τη δυνατότητα επιρροής στις παγκόσμιες θαλάσσιες ροές.
Στην ίδια λογική εντάσσονται και τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων. Παρότι διέπονται από τη Σύμβαση του Μοντρέ, η γεωπολιτική αξία τους παραμένει τεράστια. Η Τουρκία αξιοποιεί διαχρονικά το καθεστώς αυτό όχι μόνο ως εργαλείο διπλωματίας, αλλά και ως «ασπίδα» για τον περιορισμό της πρόσβασης άλλων δυνάμεων στη Μαύρη Θάλασσα.
Ωστόσο, πρέπει να διακρίνουμε τα όποια «διόδια», που μπορεί να μπουν στο Ορμούζ ή οπουδήποτε αλλού στο μέλλον, από τα συμφωνημένα τέλη διαμετακόμισης, που προβλέπει η Σύμβαση του Μοντρέ, καθώς η Αγκυρα κινείται εντός ενός θεσμικού πλαισίου, σε αντίθεση με τις αυθαίρετες πρακτικές ή απειλές που κατά καιρούς εμφανίζονται σε άλλα στρατηγικά περάσματα του πλανήτη.
Ακόμη και περιοχές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν περιφερειακές αποκτούν νέα σημασία. Η Αρκτική και οι θαλάσσιοι διάδρομοι, που ανοίγονται λόγω της τήξης των πάγων, μετατρέπονται σε αντικείμενο ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν διαφορετική διάσταση οι συζητήσεις για τη Γροιλανδία, τα αρκτικά νησιά και τον έλεγχο των μελλοντικών εμπορικών οδών.
Στην πραγματικότητα, αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι μια απλή διαμάχη για το Ορμούζ. Είναι η επιστροφή της γεωγραφίας στο κέντρο της διεθνούς πολιτικής. Για τρεις δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε την εντύπωση ότι οι εμπορικές ροές ήταν δεδομένες και ανεμπόδιστες. Σήμερα, όμως, οι μεγάλες δυνάμεις επανέρχονται στη λογική των «chokepoints», των σημείων δηλαδή όπου μια στενή λωρίδα θάλασσας μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιβληθούν τέλη στο Ορμούζ. Είναι αν το Ορμούζ θα αποτελέσει το πρώτο βήμα μιας νέας εποχής, όπου η ισχύς δεν θα μετριέται μόνο με στρατούς και οικονομίες, αλλά και με την ικανότητα ελέγχου των θαλάσσιων πυλών από τις οποίες περνά ο πλούτος του πλανήτη.
Για δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση έπεισε τον κόσμο ότι οι θαλάσσιες οδοί ήταν απλώς γραμμές πάνω σε έναν χάρτη. Σήμερα αποδεικνύεται ότι παραμένουν οι αρτηρίες της παγκόσμιας ισχύος. Και όποιος ελέγχει τις αρτηρίες, αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει ολόκληρο τον οργανισμό. Στον 21ο αιώνα, η ισχύς δεν θα μετριέται μόνο με αεροπλανοφόρα, πυραύλους ή τεχνητή νοημοσύνη. Θα μετριέται και με το ποιος κρατά το χέρι του πάνω στον χάρτη των θαλάσσιων πυλών του πλανήτη.