Η διαφαινόμενη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν παρουσιάζεται ως μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, η οποία μπορεί να τερματίσει τον πιο επικίνδυνο πόλεμο που γνώρισε η Μέση Ανατολή τις τελευταίες δεκαετίες.
Αν όμως εξεταστεί ψύχραιμα, γίνεται φανερό ότι η συμφωνία δεν λύνει το πρόβλημα. Το μεταθέτει… Και ίσως δημιουργεί μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, περισσότερο σύνθετη και απρόβλεπτη από εκείνη που προηγήθηκε.
Το υπό διαμόρφωση πλαίσιο προβλέπει κατάπαυση των εχθροπραξιών, επανεκκίνηση της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο και περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει πλήρως το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων και της περιφερειακής ισχύος της Τεχεράνης.
Το πρώτο μεγάλο παράδοξο είναι ότι σχεδόν κανένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές δεν φαίνεται πραγματικά ικανοποιημένος. Το Ισραήλ βλέπει ότι ο βασικός στρατηγικός στόχος του, η οριστική εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής, δεν επιτυγχάνεται.
Οι σκληροπυρηνικοί στην Τεχεράνη θεωρούν κάθε συμβιβασμό ιδεολογική υποχώρηση, ενώ σημαντικό τμήμα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος εκφράζει επιφυλάξεις για το κατά πόσο η Ουάσιγκτον παραχωρεί περισσότερα από όσα λαμβάνει.
Κι όμως, ακριβώς αυτή η αμοιβαία δυσαρέσκεια ίσως αποτελεί το μοναδικό στοιχείο που μπορεί να καταστήσει τη συμφωνία βιώσιμη. Καμία πλευρά δεν κέρδισε ολοκληρωτικά, αλλά όλες απέφυγαν μια σύγκρουση με απρόβλεπτο κόστος.
Η εικόνα αυτή όμως δημιουργεί ένα δεύτερο, ακόμη σοβαρότερο ερώτημα… Το Ιράν εξέρχεται από τον πόλεμο οικονομικά και στρατιωτικά τραυματισμένο, αλλά όχι ηττημένο. Το καθεστώς δεν κατέρρευσε.
Οι βασικές δομές εξουσίας διατηρήθηκαν, ενώ η πυραυλική ισχύς του εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εργαλείο ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι η Τεχεράνη μπορεί να παρουσιάσει στο εσωτερικό της χώρας μια αφήγηση πολιτικής επιβίωσης: άντεξε απέναντι σε ΗΠΑ και Ισραήλ χωρίς να ανατραπεί. Για ένα θεοκρατικό καθεστώς που βασίζει μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής του στην αντίσταση απέναντι στη Δύση αυτό δεν είναι αμελητέο πολιτικό κεφάλαιο.
Ακριβώς εδώ αρχίζουν οι μεγαλύτεροι προβληματισμοί των αραβικών κρατών του Κόλπου. Βραχυπρόθεσμα, ασφαλώς επιθυμούν την αποκλιμάκωση. Οι οικονομίες τους εξαρτώνται από τη σταθερότητα των ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων και μια νέα κρίση στα Στενά του Ορμούζ θα είχε τεράστιο οικονομικό κόστος.
Ωστόσο, σε στρατηγικό επίπεδο γνωρίζουν ότι απέναντί τους εξακολουθεί να βρίσκεται ένα Ιράν που διατήρησε κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες και απέδειξε ότι μπορεί να επιβιώσει ακόμη και μετά από συνδυασμένη πίεση των δύο ισχυρότερων στρατιωτικών δυνάμεων που αντιμετωπίζει. Αυτή η πραγματικότητα δύσκολα μπορεί να τους δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας.
Ισως μάλιστα το σημαντικότερο αποτέλεσμα του πολέμου να μην αφορά το ίδιο το Ιράν αλλά την εικόνα της αμερικανικής ισχύος. Για πρώτη φορά ύστερα από δεκαετίες, αρκετοί περιφερειακοί παίκτες ενδέχεται να αναρωτηθούν αν ακόμη και οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν ολοκληρωτικά τη στρατηγική τους σε μια περιφερειακή δύναμη.
Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής. Πρόκειται για αμφισβήτηση της δυνατότητας μετατροπής της στρατιωτικής ισχύος σε οριστικό πολιτικό αποτέλεσμα. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική, γιατί επηρεάζει τις μελλοντικές επιλογές όλων των κρατών της περιοχής.
Αυτός είναι και ο λόγος που η επόμενη ημέρα δεν θα χαρακτηρίζεται από ισορροπία, αλλά από αναζήτηση νέων ισορροπιών. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και οι υπόλοιπες μοναρχίες του Κόλπου πιθανότατα θα επιταχύνουν την ενίσχυση των δικών τους αμυντικών δυνατοτήτων, θα επιδιώξουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και ταυτόχρονα θα κρατήσουν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Οχι επειδή την εμπιστεύονται, αλλά επειδή γνωρίζουν ότι εξακολουθεί να αποτελεί έναν ισχυρό παράγοντα του περιφερειακού συστήματος.
Η Μέση Ανατολή, επομένως, δεν εισέρχεται σε μια εποχή ειρήνης… Εισέρχεται σε μια εποχή όπου όλοι θα προσπαθούν να προσαρμοστούν σε ένα νέο ισοζύγιο ισχύος. Η πραγματική πρόκληση δεν θα είναι η υπογραφή μιας συμφωνίας, αλλά το κατά πόσο αυτή θα μπορέσει να αποτρέψει την επόμενη κρίση.
Γιατί όταν ένας πόλεμος τελειώνει χωρίς ξεκάθαρο νικητή και χωρίς να έχουν εξαλειφθεί οι βασικές αιτίες που τον προκάλεσαν, η ειρήνη δεν αποτελεί το τέλος της αντιπαράθεσης. Είναι απλώς το διάλειμμα πριν από την επόμενη δοκιμασία.