Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, το Κυπριακό εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως ένα άλυτο διπλωματικό πρόβλημα.
Στην πραγματικότητα, όμως, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν μπορεί να βρεθεί μια λύση...
Είναι αν η διεθνής κοινότητα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως δύναμη εισβολής και κατοχής ή αν, σταδιακά, θα αποδεχθεί τα αποτελέσματα της στρατιωτικής επέμβασης του 1974 ως μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η επίσκεψη του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες στην Κύπρο αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια επανεκκίνησης του διαλόγου. Ωστόσο, πριν ακόμη αρχίσουν οι επαφές του, η Αγκυρα επανέλαβε με απόλυτη σαφήνεια ότι θεωρεί μοναδική ρεαλιστική λύση τη συνύπαρξη δύο κυρίαρχων κρατών στο νησί, απορρίπτοντας κάθε συζήτηση που δεν αναγνωρίζει την… «κυρίαρχη ισότητα» της τουρκοκυπριακής πλευράς.
Αυτή η θέση δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική πρόταση επίλυσης. Αποτελεί μια προσπάθεια αναθεώρησης της ίδιας της φύσης του Κυπριακού. Διότι αν η διεθνής συζήτηση μετατοπιστεί από την εισβολή και την κατοχή στη διαχείριση δύο ξεχωριστών πολιτικών οντοτήτων, τότε το βασικό γεγονός, που δημιούργησε το πρόβλημα, κινδυνεύει να περάσει σε δεύτερη μοίρα. Η κατοχή παύει να αντιμετωπίζεται ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και μετατρέπεται σταδιακά στο σημείο εκκίνησης μιας νέας διαπραγμάτευσης.
Σύνδεση με τη «Γαλάζια Πατρίδα»
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία δεν αντιμετωπίζει τα Κατεχόμενα ως προσωρινό διαπραγματευτικό χαρτί. Τα ενσωματώνει όλο και περισσότερο στον στρατηγικό σχεδιασμό της. Η ανάπτυξη νέων συστημάτων επιτήρησης, η ενίσχυση των στρατιωτικών υποδομών και η σύνδεσή τους με το ευρύτερο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποκαλύπτουν ότι το βόρειο τμήμα της Κύπρου λειτουργεί πλέον ως προωθημένο γεωπολιτικό και στρατιωτικό προγεφύρωμα της Αγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κατοχή δεν διατηρείται απλώς· αξιοποιείται.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Κύπρος έχει αναβαθμίσει τη στρατηγική αξία της. Η εγγύτητά της στις εστίες κρίσης της Μέσης Ανατολής, οι ενεργειακές εξελίξεις και η σημασία της για τις θαλάσσιες οδούς και την περιφερειακή ασφάλεια καθιστούν το νησί πολύ σημαντικότερο από ό,τι ήταν το 1974. Αυτό εξηγεί γιατί η Αγκυρα εμφανίζεται περισσότερο αποφασισμένη από ποτέ να παγιώσει τα τετελεσμένα.
Η πραγματική διαπραγμάτευση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο το μέλλον της Κύπρου. Αφορά και την ερμηνεία του παρελθόντος της. Αν η κατοχή πάψει να αντιμετωπίζεται ως η αιτία του προβλήματος και μετατραπεί στη βάση της λύσης, τότε η Τουρκία θα έχει πετύχει μια στρατηγική νίκη πολύ μεγαλύτερη από την αναγνώριση δύο κρατών: θα έχει μετατρέψει την εισβολή σε νέα κανονικότητα και τη λήθη σε εργαλείο γεωπολιτικής!