Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον της ούτω καλουμένης Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν ευρίσκονται ευλόγως στο επίκεντρον του διεθνούς ενδιαφέροντος.

Εν προκειμένω δε οι περισσότερες αναλύσεις, αν όχι όλες, εστιάζουν στους κινδύνους που ελλοχεύουν σε περίπτωση κλιμακώσεως της αμερικανικής εμπλοκής και της ιρανικής αντιδράσεως και στις συνεπακόλουθες επιπτώσεις στην αγορά υδρογονανθράκων, στο κόστος ζωής αλλά και στην παγκόσμιο οικονομία εν γένει. 

Εν τούτοις, οι αναλύσεις αυτές, οσονδήποτε βάσιμες, παραβλέπουν ένα ουσιώδες σημείο: για την ούτω καλουμένη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας δεν πρόκειται απλώς για μία περιφερειακή διένεξη – ούτε, έστω, για μία διένεξη περιφερειακή μεν, η οποία, όμως, αναμένεται να επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις, ειδικώς, στην Κίνα ως προνομιακόν, μέχρι σήμερα, πελάτη της ιρανικής αγοράς ενεργείας. Πέραν αυτών, ο εν εξελίξει πόλεμος αποτελεί για το Πεκίνον ένα είδος στρατηγικού παιγνίου σε πραγματικό χρόνο, μία - σπάνια - ευκαιρία να παρατηρήσει, να διαπιστώσει και να καταγράψει τις επιδόσεις των ΗΠΑ υπό συνθήκες ταυτόχρονης – και αυξανομένης – στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής εντάσεως. Και εξηγούμε:

Πρώτον, η σύρραξη αποκαλύπτει εάν και πώς η Ουάσιγκτων διαχειρίζεται την εξισορρόπηση μεταξύ ανταγωνιστικών στόχων υπό συνθήκες πιέσεως. Καθώς οι τιμές της ενεργείας σημειώνουν άνοδο και εγείρονται ανησυχίες περί ανόδου του πληθωρισμού, η Αμερικανική Κυβέρνηση αντιμετωπίζει το γνωστό δίλημμα πώς να ανταποκριθεί - και να εξακολουθήσει να ανταποκρίνεται - σε στρατιωτικές ανάγκες στο εξωτερικό συγκρατώντας, ταυτοχρόνως, το οικονομικό κόστος στο εσωτερικό της χώρας. Εν προκειμένω, το κρίσιμον ερώτημα, όχι μόνο για την Τεχεράνη αλλά και για το Πεκίνον δεν είναι, βεβαίως, το εάν οι ΗΠΑ διαθέτουν τις δυνατότητες να επιχειρούν στρατιωτικώς διεθνώς αλλά το εάν διαθέτουν την αντοχή να εξακολουθήσουν να το πράττουν αυτό ακόμη και όταν το σωρευτικό κόστος θα βαίνει ολοένα υψηλότερο. Αν η δυνατότης προβολής στρατιωτικής ισχύος είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό παντός κυριάρχου κράτους, η εξακολουθητική δυνατότης αναλήψεως στρατιωτικής δράσεως, ακόμη και υπό συνθήκες εσωτερικής πιέσεως, είναι η πραγματική δοκιμασία της εθνικής ισχύος ενός κυριάρχου δρώντος.

Δεύτερον, η σύρραξη αναδεικνύει τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ. Σύγχρονες επιχειρήσεις, αποσκοπούσες στην καταστροφή κρισίμων στρατιωτικών υποδομών και δυνατοτήτων του αντιπάλου – όπως οι επιχειρήσεις που διεξάγονται από τις ΗΠΑ και, δευτερευόντως, από το Ισραήλ, επί τρείς εβδομάδες και πλέον, στο Ιράν – απαιτούν την χρήση οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών υψηλής ακριβείας και προηγμένων συστημάτων συλλογής πληροφοριών, και μάλιστα κατ’ εξακολούθησιν. Πάντα ταύτα, όμως, δεν υφίστανται εις απεριόριστες ποσότητες, ούτε καν στην περίπτωση μιας Παγκοσμίου Δυνάμεως (ΗΠΑ) – ή, Πλανητικής Δυνάμεως, για να θυμηθούμε τον αείμνηστο ιστορικό και φιλόσοφο της Χαϊδελβέργης Παναγιώτη Κονδύλη. Αυτονοήτως, η ιθύνουσα κομματική και κρατική γραφειοκρατική ελίτ του Πεκίνου και οι αρμόδιοι του Σινικού «Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού» παρακολουθούν μετά τεταμένης προσοχής όχι μόνον τις επιδόσεις των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων επί του πεδίου αλλά και τον ρυθμό αναλώσεως των διαθέσιμων ποσοτήτων όπλων και πυρομαχικών, ώστε να προβαίνουν εις εκτιμήσεις περί του τι παραμένει διαθέσιμον για ενδεχόμενα άλλα θέατρα επιχειρήσεων εις άλλα σημεία της υφηλίου.

Τρίτον, η σύρραξη αποτελεί την σοβαρότερη και πιο αξιόπιστη δοκιμασία της πολιτικής αντοχής και ανθεκτικότητος της Αμερικανικής Κυβερνήσεως και του όλου αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Καθώς οι εβδομάδες προχωρούν, οι επιπτώσεις της συρράξεως στο εσωτερικό μέτωπο (domestic front / home front) καθίστανται ολοένα και πιο αισθητές, από την αύξηση των τιμών των ενεργειακών αγαθών και την συνεπακόλουθη αύξηση του κόστους διαβιώσεως μέχρι τα ρήγματα και τις μεταστροφές της κοινής γνώμης. Το τελευταίον αποκτά ακόμη βαρύτερη σημασία, λαμβανομένης υπ’ όψιν της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς, επί πολλές δεκαετίες, στους μηχανισμούς διαμορφώσεως της κοινής γνώμης και της εμπαθείας ή, για να ακριβολογούμε, του  μ ί σ ο υ ς  που τρέφουν τα κυρίαρχα Μέσα Μαζικής Επιρροής στις ΗΠΑ (όπως, άλλως τε, και στην Δυτική Ευρώπη, της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης) κατά του Donald Trump, εδώ και μία δεκαετία. Όπως ευχερώς αντιλαμβανόμεθα, το εάν η Αμερικανική Κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να διαθέτει πολιτική υποστήριξη, και μέχρι ποίου βαθμού, για την ασκουμένη πολιτική της είναι αυτό που θα κρίνει την αντοχή της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής στο Ιράν, και όχι μόνον.

Από την άλλη πλευρά, η διαπιστωθείσα ικανότης του καθεστώτος της Τεχεράνης να απορροφά – εξακολουθητική μάλιστα – εξωτερική πίεση με ταυτόχρονη διατήρηση της καθεστωτικής σταθερότητος εκπέμπει ένα διαφορετικό μήνυμα: η αντοχή του δεσποτικού συστήματος διακυβερνήσεως παρουσιάζεται ως απόδειξη της αξίας, ει μη και της υπεροχής του, αλλά και ως πρώτης τάξεως δικαιολογία των μέτρων καταστολής και προληπτικού ελέγχου κατά του «εσωτερικού εχθρού».

Για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους καταθέσαμε την εκτίμηση ότι για την κομματική και κρατική γραφειοκρατική ελίτ του Πεκίνου η σοβούσα σύρραξη αντιμετωπίζεται ως κάτι πολύ σπουδαιότερον από μίαν περιφερειακή διένεξη και ότι αποτελεί μίαν μορφή στρατηγικού παιγνίου «in real time» – ενός παιγνίου, διαρκούντος του οποίου η ηγεσία της Ηπειρωτικής Κίνας δύναται να διαπιστώσει και να αξιολογήσει α) το σύστημα λήψεως αποφάσεων, β) τα όρια των στρατιωτικών δυνατοτήτων και γ) τις εσωτερικές αντοχές του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν έχουν απλώς και μόνον θεωρητική αξία. Αντιθέτως, δύνανται να οδηγήσουν την ιθύνουσα ελίτ ενός κράτους εις συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές, με βαρύτατες συνέπειες. Για την κομματική και κρατική γραφειοκρατική ελίτ της Κίνας, στο στόχαστρον της οποίας ευρίσκεται από πολλού χρόνου η Ταϊβάν, ως γνωστόν,  το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνον το εάν και μέχρι ποίου βαθμού υφίσταται περισπασμός της αμερικανικής προσοχής από την μείζονα γεωπολιτική περιοχή Άπω Ασίας - Ειρηνικού σε εκείνη της Μέσης Ανατολής αλλά, κυρίως, το πώς εκλαμβάνει η εν λόγω ελίτ τον όποιον περισπασμό του αμερικανικού ενδιαφέροντος. Εάν, φερ’ ειπείν, το Πεκίνον σχηματίσει την εντύπωση, πολλώ δε μάλλον την βεβαιότητα, ότι, πρώτον, οι συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες της Ουάσιγκτων είναι πεπερασμένες, ότι, δεύτερον, οι περιορισμοί αναλήψεως διεθνούς δράσεως οι απορρέοντες εκ του εσωτερικού μετώπου είναι σοβαροί και μπορούν να καταστούν, υπό ορισμένες περιστάσεις, ασφυκτικοί και ότι, τρίτον, ως εκ τούτου, η πολιτική βούληση της - όποιας - Αμερικανικής Κυβερνήσεως, ακόμη και της Κυβερνήσεως Trump, δεν υφίσταται άνευ όρων και ορίων,  τότε το Πεκίνον μπορεί να θεωρήσει τον εκτιμώμενο κίνδυνο ιδικής του στρατιωτικής ενεργείας εις έτερον σημείον της υδρογείου (διάβαζε Ταϊβάν) ως μη απαγορευτικόν.

Η Ιστορία μάς διδάσκει ότι τα κράτη εισέρχονται εις πόλεμον όχι μόνον επί τη βάσει της αληθούς πολιτικής βουλήσεως και των  πραγματικών στρατιωτικών δυνατοτήτων και κοινωνικών αντοχών, των ιδικών τους και εκείνων του αντιπάλου των, αλλά, πρωτίστως, συνεπεία της εικόνας που έχουν σχηματίσει («perception») περί της πολιτικής βουλήσεως, των αντοχών της κοινωνίας και των στρατιωτικών δυνατοτήτων του αντιπάλου. Πράγματι, η μελέτη της Στρατιωτικής Ιστορίας, της Διπλωματικής Ιστορίας και των Διεθνών Σχέσεων  οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα κράτη συχνέστατα δεν επιλέγουν την οδόν των όπλων, επειδή διαθέτουν σαφή και αδιαμφισβήτητη υπεροχή έναντι του αντιπάλου, αλλά οδηγούνται – ή παρασύρονται – στην ατραπό αυτή, ορμώμενα από εσφαλμένες ή ελλιπείς εκτιμήσεις, όταν, δηλαδή, η μία πλευρά εκλαμβάνει το διεθνές στρατηγικό περιβάλλον ως ευνοϊκότερον για την ιδία από ό,τι πράγματι είναι.

Επομένως, το δίδαγμα για τις Μικρές Δυνάμεις (Small Powers) του διεθνούς συστήματος, όπως η Ταϊβάν, είναι ότι δεν αρκεί μόνον η – ούτως ή άλλως, επιβεβλημένη – ενίσχυση της πραγματικής στρατιωτικής δυνατότητος Αποτροπής. Εξ ίσου σημαντική είναι και η διαφύλαξη και ενδυνάμωση της συνοχής του εσωτερικού μετώπου.

* Διδάκτωρ (Dr. phil) Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπιστημίου Μονάχου. Διετέλεσε επί σειράν ετών Καθηγητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου και του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος – Deree College. Σήμερα διδάσκει στο Τμήμα Τουρκικών και Συγχρόνων Ασιατικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.