Η σύρραξη στον Περσικό Κόλπο διδάσκει ότι διεθνείς γεωπολιτικές συγκρούσεις μπορούν ταχέως να μεταφρασθούν σε εσωτερικούς κινδύνους για τα κράτη.
Η σύρραξη μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ, αφ’ ενός, και Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, αφ’ ετέρου, και η συνακόλουθη αβεβαιότης, που επικρατεί ως προς ορισμένες ζωτικής σημασίας Θαλάσσιες Οδούς Συγκοινωνιών (Sea Lines of Communication / Sea Lanes), εν γένει, και διεθνείς οδούς μεταφοράς υδρογονανθράκων, ειδικώτερα, συνιστούν σοβαρή δοκιμασία και για την οικονομική σταθερότητα και, κατ’ επέκτασιν, την εθνική ασφάλεια της Ταϊβάν, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι η νησιωτική Δημοκρατία εξαρτάται, σε υψηλό βαθμό, από την εισαγωγή υγρών καυσίμων και λοιπών αγαθών εκ του εξωτερικού.
Δοθέντος ότι οι σύγχρονες προηγμένες κοινωνίες εξαρτώνται τα μέγιστα από την ύπαρξη και ακώλυτη λειτουργία αλυσίδων εφοδιασμού, και δη ενεργειακού εφοδιασμού, οι γεωστρατηγικοί δρώντες, ήγουν τα κυρίαρχα κράτη, προβαίνουν στην λήψη δέσμης μέτρων, όπως η διαφοροποίηση των πηγών ενεργείας, η περαιτέρω ενίσχυση, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, της ασφαλείας των κρισίμων υποδομών και η σημαντική αύξηση των εφεδρικών δυνατοτήτων.
Η σύρραξη στον Περσικό Κόλπο διδάσκει ότι διεθνείς γεωπολιτικές συγκρούσεις μπορούν ταχέως να μεταφρασθούν σε εσωτερικούς κινδύνους για τα κράτη, και μάλιστα, ακόμη και για τα μη εμπόλεμα κράτη. Υπό τοιαύτας συνθήκας, οι κοινωνίες – ακόμη και εκείνες των μη εμπολέμων κρατών – καλούνται να επιδείξουν υψηλό βαθμό εσωτερικής συνοχής, ούτως ώστε να παράσχουν στις κυβερνήσεις τους τον απαιτούμενο χώρο, προκειμένου αυτές να ανταποκριθούν στις διαρκώς μεταβαλλόμενες εξωτερικές συνθήκες.
Τα διδάγματα, όμως, δεν σταματούν εδώ. Τόσο κατά την σύρραξη στο Ιράν όσο και κατά την πολυετή σύρραξη μεταξύ Ρωσσίας και Ουκρανίας παρατηρείται ένα ενδιαφέρον φαινόμενον: Μεγάλες Δυνάμεις του διεθνούς συστήματος προσπαθούν να επικρατήσουν έναντι, κατά τεκμήριον, ασθενεστέρων αντιπάλων, χωρίς αυτές οι προσπάθειές τους να αποβαίνουν πάντοτε επιτυχείς.
Η θεαματική αποτυχία της Ρωσσίας να καθυποτάξει στρατιωτικώς την Ουκρανία – μετά από τέσσερα έτη πολέμου (!) – είναι, αναμφιβόλως, το κατ’ εξοχήν παράδειγμα εν προκειμένω. Αλλ’ εκπλήσσει, οπωσδήποτε, και η – κατά τα φαινόμενα – αδυναμία των ΗΠΑ, συνεπικουρουμένων μάλιστα υπό του Ισραήλ, να επιβάλουν την βούληση τους, «αυθωρεί και παραχρήμα» και άνευ όρων, επί του Ιράν, το καθεστώς του οποίου – δυστυχώς για κάθε ελευθέρως σκεπτόμενον άνθρωπο – κατάφερε, προς ώρας τουλάχιστον, να επιβιώσει, παρά την αναμφισβήτητη συντριπτική υπεροχή των αντιπάλων του εξ επόψεως συγχρόνων πολεμικών μέσων και δυνατοτήτων.
Μολονότι τα γεωστρατηγικά περιβάλλοντα και οι ειδικές συνθήκες εκάστης κρίσεως/συρράξεως διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ των, ο μελετητής της Στρατιωτικής Ιστορίας και της Στρατηγικής ανιχνεύει ορισμένες αξιοσημείωτες αναλογίες στις δύο περιπτώσεις: Η μεν Ουκρανία επέτυχε να ανασχέσει την ρωσσική πολεμική μηχανή, επιλέγουσα να μετατρέψει τον Στρατό της, εντός εκπληκτικώς βραχέος χρονικού διαστήματος, σε Στρατό Υψηλής Τεχνολογίας (High-Tech Military), και δη, έναν από τους καλλιτέρους του είδους παγκοσμίως.
Το δε Ιράν κατάφερε να απορροφήσει τα πολλαπλά και βαρέα πλήγματα της Αμερικανικής και της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας και να ασκήσει την - σχετική πάντοτε - Στρατιωτική Ισχύ του, προκειμένου να προξενήσει χάος και αστάθεια στην διεθνή οικονομία, εφαρμόζοντας μία Στρατηγική αποσκοπούσα στην άσκηση πιέσεως υπό της διεθνούς κοινότητος επί της Ουάσιγκτων, προκειμένου αυτή να παύσει την επίθεση. Συνάμα, στα ανταποδοτικά πλήγματά του κατά των θέσεων των Αμερικανών, των Ισραηλινών αλλά και των συμμάχων τους στην Μέση Ανατολή, η Τεχεράνη εκμεταλλεύθηκε το πλεονέκτημα της Γεωγραφίας.
Τι σημαίνουν οι ανωτέρω διαπιστώσεις για την Ταϊβάν, δοθέντος μάλιστα ότι η ούτω καλουμένη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας θεωρείται, πανθομολογουμένως, ως η επομένη Μεγάλη Δύναμις που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες να «γευθεί» την πολυπλοκότητα του Συγχρόνου Τρόπου Πολέμου;
Εάν η Ταϊβάν επετύγχανε να ανθέξει το – κατά τεκμήριον αιφνίδιον – Πρώτο Πλήγμα του ούτω καλουμένου Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (των Ενόπλων Δυνάμεων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας), θα μπορούσε, εν συνεχεία, να αντιγράψει ορισμένες τακτικές Ασυμμέτρου Πολέμου, όπως αυτές που εφηρμόσθησαν από τους Ουκρανούς και τους Ιρανούς. Επί παραδείγματι, θα μπορούσε, καταφέροντας «κορεσμό» πυραύλων και μη επηνδρωμένων αεροχημάτων (drones) στο Στενόν της Ταϊβάν, να δημιουργήσει μία – κυριολεκτικώς – «ζώνη θανάτου» κατά μήκος του Στενού, αποτρέπουσα έτσι τις αμφίβιες/αποβατικές ενέργειες του αντιπάλου αλλά και πλήττουσα τις παράκτιες μεγαλουπόλεις της Ηπειρωτικής Κίνας, με συνέπεια την πρόκληση κόστους στο Εσωτερικό Μέτωπο (Domestic Front) του αντιπάλου.
Εάν, μάλιστα, η νησιωτική Δημοκρατία απεφάσιζε να υιοθετήσει την ιρανική τακτική εξαπολύσεως πληγμάτων κατά στρατιωτικών και πολιτικών (μη στρατιωτικών) στόχων, τότε θα ήσαν οι ίδιοι οι εμπορικοί εταίροι του Πεκίνου εκείνοι που θα ασκούσαν πίεση επ’ αυτού, για να παύσει την επίθεση κατά της Ταϊβάν, δοθέντος ότι εξαρτώνται, κατά μέγιστον βαθμό, από το ακώλυτο «δούναι και λαβείν» στους λιμένες της Ηπειρωτικής Κίνας. Με άλλους λόγους, η περιλάλητη εξέχουσα θέση, την οποία κατάφερε να καταλάβει η Κίνα κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην παγκόσμιο οικονομία, θα μετεβάλλετο, αίφνης, από μέγα πλεονέκτημα σε τροχοπέδη.
Ενδεχόμενα στοχευμένα πλήγματα των Ενόπλων Δυνάμεων της Δημοκρατίας της Κίνας (όπως ονομάζονται επισήμως οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ταϊβάν) κατά κρισίμων υποδομών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας θα προξενούσαν βαρύτατες ζημίες στην διακίνηση αγαθών ζωτικής σημασίας για την παγκόσμιο οικονομία (σπάνιες γαίες, μαγνήτες, «chips», μπατταρίες λιθίου, ηλεκτρικά οχήματα και φωτοβολταϊκά πάνελ). Επιπροσθέτως, η Ηπειρωτική Κίνα συγκαταλέγεται στους μεγαλυτέρους εξαγωγείς κατεργασμένων πετρελαιοειδών, με τις ετήσιες εξαγωγές της να ανέρχονται στο ύψος των 22 δισεκατομμυρίων δολλαρίων ΗΠΑ. Ευχερώς αντιλαμβανόμεθα την τεραστία ζημία, την οποία θα υφίσταντο οι αγορές των ασιατικών χωρών σε περίπτωση σοβαράς παρακωλύσεως των εξαγωγών τέτοιων προϊόντων από τους σινικούς λιμένες προς αυτές.
Προφανώς, επιλέγουσα τέτοιαν Στρατηγική Ασυμμέτρου Πολέμου, η Ταϊβάν δεν θα επεδίωκε ούτε θα ήλπιζε να νικήσει στρατιωτικώς την Ηπειρωτική Κίνα – ούτε και είναι αυτό το ζητούμενον. Η σοβαρά παρακώλυση του διεθνούς εμπορίου του Πεκίνου και η Διασπορά Αβεβαιότητος μεταξύ των εμπορικών εταίρων του – σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση/αποτροπή μιας αμέσου εισβολής μονάδων του «Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού» στις νήσους της περιμέτρου και στην κυρίως Ταϊβάν (διά της μετατροπής του Στενού της Ταϊβάν σε νεκρή ζώνη μέσω καταιγισμού πυραύλων και «drones») – θα ήτο μία Ευφυής Στρατηγική (Smart Strategy), προκειμένου η νησιωτική Δημοκρατία να κερδίσει χρόνο, έως ότου επέμβουν στρατιωτικώς οι Αμερικανοί, συνεπικουρούμενοι ενδεχομένως και από τους συμμάχους τους στην Μείζονα Γεωπολιτική Περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.
Εν κατακλείδι: Το να είναι μία χώρα Μικρά Δύναμις (Small Power) στο σύγχρονο διεθνές σύστημα δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικό. Τουναντίον, ενίοτε δύναται να αποβεί πλεονέκτημα. Αρκεί, βεβαίως, να υφίσταται μία κοινωνία με υψηλό βαθμό συνοχής, ένα στράτευμα καταλλήλως εκπαιδευόμενο και μετεκπαιδευόμενο στον Σύγχρονο Τρόπο Πολέμου και ένα πολιτικό σύστημα με την βούληση να υπερασπισθεί την Εθνική Ασφάλεια.
* Διδάκτωρ (Dr. phil) Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπιστημίου Μονάχου. Διετέλεσε επί σειράν ετών καθηγητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου και του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος – Deree College. Σήμερα διδάσκει στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.