Από 28ης Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους το Ισραήλ ενεπλάκη σε μίαν από τις πλέον κρίσιμες αναμετρήσεις της Ιστορίας του: στον πόλεμο κατά της ούτω καλουμένης «Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν».

Εν αντιθέσει προς ό,τι συνέβη άλλοτε –επί παραδείγματι, κατά τους Αραβοϊσραηλινούς Πολέμους του 1948, του 1956, του 1967 και του 1973– το Κράτος του Ισραήλ πολεμά, αυτήν τη φορά, όχι εντελώς μόνον αλλά μαζί με τις ΗΠΑ.

Προδήλως, είναι ακόμη πολύ ενωρίς για να διατυπωθούν εκτιμήσεις, πολλώ δε μάλλον για να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς τη διάρκεια, την τροπή και την εξέλιξη των επιχειρήσεων – και ο γράφων, σεβόμενος τον εαυτόν του και την επιστημονική του ιδιότητα καθώς και το εκάστοτε αναγνωστικό κοινό ή ακροατήριό του, δεν ανήκει, εγνωσμένως, στη χορεία εκείνων των δημοσιολογούντων που κατά καιρούς προέβλεπαν και προβλέπουν άλλοτε μεν την πτώση του Κιέβου εντός τριών ημερών, άλλοτε δε την επίθεση της Τουρκίας κατά της Ελλάδος τον προσεχή Δεκαπενταύγουστο (ή την εκδήλωση «θερμού επεισοδίου» την… τάδε ημέρα και ώρα)!

Επιτρέπονται, ωστόσο, ορισμένες πρώτες διαπιστώσεις σχετικές με το Σύστημα Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ. Το οποίον σύστημα λειτούργησε από της πρώτης στιγμής κατά τρόπον αξιοθαύμαστο, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη πειθαρχία, ακρίβεια και αποφασιστικότητα. Γεγονός το οποίον, με τη σειρά του, παρείχε και παρέχει σοβαρό στρατηγικό πλεονέκτημα στο Ισραήλ.

Πράγματι, από της ενάρξεως των πολεμικών επιχειρήσεων το Ισραήλ επέδειξε, διά μίαν εισέτι φοράν, αξιοσημείωτη ικανότητα να καταφέρει πλήγματα εις βάθος κατά του εχθρού καθώς και να επιτυγχάνει τον μέγιστο δυνατό συντονισμό μεταξύ των πεδίων των πληροφοριών, της δυνάμεως κρούσεως και της αεραμύνης.

Οι επιχειρήσεις οι αποβλέπουσες στην εξουδετέρωση των κρισίμων στρατιωτικών δυνατοτήτων και υποδομών του εχθρού διεξήχθησαν με σαφείς αντικειμενικούς σκοπούς, οι οποίοι προδήλως ήσαν η αισθητή μείωση της δυνατότητος της Τεχεράνης να κλιμακώσει την αντίδρασή της καθώς και η αντιμετώπιση αυτού που οι Ισραηλινοί ιθύνοντες περιέγραφαν από ετών ως «το κεφάλι του χταποδιού», εννοώντας τον ρόλο του ισλαμιστικού καθεστώτος στη χρηματοδότηση, στον εξοπλισμό και στην καθοδήγηση διαφόρων περιφερειακών «πληρεξουσίων» («proxies»), οι οποίοι, επί σειράν ετών, είχαν περιαγάγει το Ισραήλ σε κατάσταση οιονεί στρατηγικής περικυκλώσεως.

Αναντιλέκτως, η –λίαν επιτυχής– λειτουργία του Συστήματος Εθνικής Ασφαλείας του Ισραήλ δεν ήλθε εξ ουρανού, αλλ’ υπήρξε το αποτέλεσμα, συνάμα δε και η απόδειξη, της επάρκειας του συστήματος – Θεσμών/Δομών και Οργάνων. Η οποία δεν προέκυψε εν μια νυκτί, αλλά προπαρασκευάσθηκε επί δεκαετίες. Η σύγκριση με άλλες ένοπλες διενέξεις στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αλλά και ευρύτερα είναι λίαν εύγλωττη.

Η Ρωσία, για να αναφέρομε το πλέον κραυγαλέο παράδειγμα, επί τέσσερα χρόνια «βολοδέρνει», κατά το κοινώς λεγόμενον, για να καταλάβει μερικά χωριά, η εκπόρθηση των οποίων προβάλλεται ως στρατιωτικός άθλος (όταν, φερ’ ειπείν, το 1945, μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου, τα στρατεύματά της είχαν διανύσει μίαν απόσταση από τη Μόσχα μέχρι το Βερολίνον!).

Ήδη η πρώτη εβδομάδα του σοβούντος πολέμου απέδειξε ότι

  • Το Ισραήλ παραμένει πάντοτε επιχειρησιακώς έτοιμο και ικανό προς προβολή ισχύος, όπου και όποτε κρίνει.
  • Τα συστήματα εγκαίρου προειδοποιήσεως λειτουργούν επαρκώς.
  • Η δομή διοικήσεως χαρακτηρίζεται από ζηλευτή συνοχή.
  • Οι δυνατότητες διενεργείας ηλεκτρονικών παρεμβολών και υποκλοπών σημάτων του εχθρού είναι, ως εμφαίνεται εκ του αποτελέσματος, αξιοσημείωτα υψηλές.
  • Τέλος, πλην ουχ ήττον σημαντικόν –ή, επί το νεοελληνικώτερον, «last, but not least»– το εσωτερικό μέτωπο («Home/Domestic Front»), καίτοι τελούν υπό συνεχή πίεση, εμφανίζεται αρραγές, παρουσιάζοντας εκείνον τον καταπληκτικό βαθμό αυτοπειθαρχίας των πολιτών και υψηλού αισθήματος ευθύνης πολιτών και πολιτικών προς την πατρίδα τους, που ο ιστορικός γνωρίζει εκ της μελέτης των πολέμων του 1948, του 1956, του 1967, του 1973 και ούτω καθ’ εξής. Και τούτο αποτελεί μέγα επίτευγμα!

Βεβαίως, η αρίστη λειτουργία του Συστήματος Εθνικής Ασφαλείας δεν σημαίνει ότι παραβλέπει κανείς το κόστος που θα έχει η υπόθεση αυτή για την ισραηλινή κοινωνία, πολλώ δε μάλλον καθ’ όσον στην προκειμένη περίπτωση δεν έχομε να κάνομε με μίαν κεραυνοβόλο επιχείρηση βραχείας διαρκείας –οπότε θα αρκούσαν, ενδεχομένως, η ταχεία επιστράτευση και η αιφνιδιαστική διενέργεια ενός αποφασιστικού πλήγματος– αλλά, καθ’ όλες τις ενδείξεις και εκτιμήσεις, πρόκειται περί ενός πολέμου που αναμένεται να έχει (μακρά) διάρκεια.

Ακόμη δε και αν η διενέργεια επιθετικών πληγμάτων υπό του εχθρού εμφανίζεται ή εμφανισθεί μειωμένη, ακόμη και αν η ένταση των πολεμικών επιχειρήσεων δεν παραμένει πάντοτε η ιδία, το ψυχολογικό βάρος για τον ισραηλινό λαό, ζώντα υπό καθεστώς διαρκούς απειλής, δεν μπορεί να υποτιμηθεί – πέραν του (αντικειμενικού) προβλήματος, πού συνιστά πάντοτε για μία σύγχρονη κοινωνία (και οικονομία) η εμπλοκή σε παρατεταμένη σύρραξη.

Σημειωτέον δε ότι η ισραηλινή κοινωνία ζει υπό καθεστώς διαρκούς απειλής από των αρχών Οκτωβρίου του 2023, από της αποφράδος ημέρας των ανήκουστων θηριωδιών που διέπραξαν οι Ισλαμιστές εις βάρος Ισραηλινών –και άλλων– ανδρών, γυναικών και παιδιών, για να μην ανατρέξομε, βεβαίως, εις παλαιότερες περιόδους.

Το δε κόστος του να ζει μία κοινωνία υπό καθεστώς διαρκούς απειλής –πέραν των απωλειών ανθρωπίνων ζωών και των υλικών ζημιών– προσμετράται και στα επίπεδα άγχους της κοινωνίας: στον ψυχισμό των εφέδρων ανδρών (και γυναικών!) των Δυνάμεων Αμύνης του Ισραήλ («Israeli Defence Forces»/IDF), που αφήνουν τις εστίες τους και τις οικογένειές τους, επειδή καλούνται «υπό τας σημαίας», για πολλοστή φορά από τον Οκτώβριο του 2023, και στον ψυχισμό των παιδιών και των λοιπών αμάχων, που έχουν εξοικειωθεί να μετρούν πόσα λεπτά της ώρας χρειάζονται μέχρι να φθάσουν στο πλησιέστερο καταφύγιο, όταν ηχούν οι σειρήνες και ο ουρανός «βρέχει» πυραύλους και ρουκέτες.

Δεν κομίζομε γλαύκας εις Αθήνας, εάν αναφέρομε ότι ψυχίατροι και ψυχολόγοι θεωρούν –και η εκτίμηση αυτή επαληθεύεται από τους ιστορικούς– ότι μία κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητος διαβρώνει, συν τω χρόνω, την αντοχή μιας κοινωνίας περισσότερο από την άμεση και ευθεία εκδήλωση μιας απειλής.

Αναμφιβόλως, οι Δυνάμεις Αμύνης του Ισραήλ είναι άξιες της πλήρους υποστηρίξεως της ισραηλινής κοινωνίας, από τα σπλάγχνα της οποίας προέρχονται άλλως τε, κατά την κρίσιμη αναμέτρηση με έναν εχθρό, ο οποίος απειλεί το Ισραήλ επί μισόν αιώνα και έχει, μάλιστα, ορκισθεί να εξαφανίσει το εβραϊκόν κράτος από προσώπου γης.

Προδήλως, εάν υφίστατο ευκαιρία εξουδετερώσεως αυτού του κέντρου, που επί τόσες δεκαετίες εξαπολύει, ενορχηστρώνει ή υποστηρίζει επιθέσεις κατά των Ισραηλινών πολιτών, σε όλα τα σημεία αυτής της (γεωγραφικώς μικράς) χώρας και από ποικίλες κατευθύνσεις, τότε, ασφαλώς, αυτή η ευκαιρία έπρεπε να αξιοποιηθεί.

Ένα τέτοιο «παράθυρο ευκαιρίας» εφάνη να διανοίγεται τον τελευταίο χρόνο, αφ’ ότου επανήλθε στον Λευκό Οίκο ο πρόεδρος κ. Donald Trump, ο οποίος –πέραν της ευφυΐας του αλλά και της ικανότητος και της τόλμης του να σκέπτεται αντισυμβατικώς και να δρα αποφασιστικώς– διατηρεί και αρίστη προσωπική σχέση με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό κ. Benjamin Netanyahu, έναν αναμφιβόλως σπουδαίο statesman, που έχει ήδη κερδίσει επαξίως μία περίοπτη θέση στις δέλτους της Ιστορίας του Ισραήλ, δίπλα στον David Ben Gurion, στον Moshe Dayan, στην Golda Meir ή στον Ariel Sharon.

Εν τούτοις, ορισμένοι παρατηρητές εκφράζουν τον προβληματισμό τους περί του αν το Ισραήλ θα μπορέσει να ανθέξει έναν –κατά πάσαν εκτίμησιν– παρατεταμένο πόλεμο, όπως αυτός που άρχισε το Σάββατον της 28ης Φεβρουαρίου. Πολλώ δε μάλλον, όταν η έναρξη του νέου πολέμου βρήκε, κατ’ ουσίαν, την ισραηλινή κοινωνία να τελεί υπό τα όπλα ή, έστω, εν επιφυλακή από τον Οκτώβριο του 2023, με βραχεία μόνον ανάπαυλα.

Γράφουν κάποιοι, σε έγκριτες εφημερίδες του Ισραήλ –και είναι και αυτό σημείο υγείας της ισραηλινής κοινωνίας– ότι το Ισραήλ έχει μεν αποδειχθεί, κατά καιρούς, αποτελεσματικό προκειμένου περί πολεμικών επιχειρήσεων βραχείας διαρκείας αλλά εκφράζουν αμφιβολίες περί του εάν και κατά πόσον θα μπορέσει να επιδείξει εκείνο τον βαθμό «resilience», που απαιτεί ένας πόλεμος μακράς διαρκείας.

Διαβάζομε και ακούμε μετά προσοχής αυτούς τους προβληματισμούς. Το γεγονός ότι η ηγεσία της ισραηλινής αντιπολιτεύσεως –που επί μακρόν αντιμάχεται λυσσαλέα τον πρωθυπουργό– έσπευσε να συμπαραταχθεί με την κυβέρνηση, χωρίς «εάν και εφ’ όσον», ήδη άμα τη ενάρξει των πολεμικών επιχειρήσεων, δηλοί ότι το Εσωτερικό Μέτωπο είναι ενιαίο και αρραγές αυτές τις κρίσιμες για το Ισραήλ ώρες.

Όσον αφορά δε την ουσία του προαναφερθέντος προβληματισμού, ο γράφων είναι της γνώμης –ίσως, λόγω «επαγγελματικής διαστροφής»– ότι την απάντηση δίδει η ιδία η Ιστορία του Κράτους του Ισραήλ. Η οποία –πέραν των (πολλών άλλων!) κοινωνικών, επιστημονικών, τεχνολογικών και λοιπών επιτευγμάτων που έχει να επιδείξει– είναι, πρωτίστως, η εξιστόρηση του ηρακλείου άθλου ενός αξιοθαύμαστου λαού (ορθώς τον χαρακτήρισε έτσι ο Άδωνις!) που απέδειξε ότι διαθέτει ασύλληπτη αντοχή και ψυχική δύναμη, ζώντας υπό καθεστώς διαρκούς απειλής από έτους 1948 μέχρι των ημερών μας.

Και του οποίου λαού τα επιστρατευθέντα τέκνα, άνδρες και γυναίκες, μαζί με τους συμπολεμιστές τους των ΗΠΑ, π ρ ο μ α χ ο ύ ν σήμερα ολοκλήρου της Δύσεως στον πόλεμο κατά του ισλαμικού ολοκληρωτισμού.

*Ο Ηλίας Ηλιόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ (Dr. phil) του Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπιστημίου Μονάχου. Διετέλεσε επί σειράν ετών καθηγητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου και του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος – Deree College.