Τον κομβικό ρόλο της ελληνικής κεφαλαιαγοράς στην προσέλκυση επενδύσεων, στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης και στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης υπογράμμισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Ο υπουργός, κατά τον χαιρετισμό του στο «Επετειακό Συμπόσιο 2026» της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με θέμα «Η Ιστορία μας - Η Στρατηγική μας - Οι Νέοι Ορίζοντές μας», στάθηκε ιδιαίτερα στη συμπλήρωση 35 ετών λειτουργίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία ιδρύθηκε το 1991, σημειώνοντας ότι η πορεία της συνδέθηκε στενά με τις μεγάλες οικονομικές μεταβολές που γνώρισε η χώρα.
Όπως ανέφερε, η ελληνική οικονομία πέρασε από περιόδους ταχύτατης ανάπτυξης, τη βαθιά κρίση μετά το 2010 και, στη συνέχεια, τη σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα και την ανάπτυξη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κλήθηκε να διαχειριστεί τόσο σημαντικές χρηματιστηριακές κρίσεις στο εσωτερικό όσο και μεγάλες ανατροπές στις διεθνείς αγορές.
Κατά τον κ. Πιερρακάκη, η σημασία της Επιτροπής δεν περιορίζεται απλώς στον έλεγχο της αγοράς, αλλά αφορά κυρίως την προστασία της εμπιστοσύνης. Όπως τόνισε, χωρίς εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικά κεφαλαιαγορά, καθώς η σταθερότητα, η διαφάνεια και η συνέχεια αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία της.
Ο υπουργός αναφέρθηκε στις βασικές λειτουργίες μιας σοβαρής κεφαλαιαγοράς, επισημαίνοντας ότι αυτή:
- Πρώτον, διοχετεύει τις αποταμιεύσεις σε πραγματικές επενδύσεις έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να μην εξαρτώνται μόνο από τραπεζικό δανεισμό.
- Να φροντίζει για τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των επενδυτών, κάτι που αποτελεί βασική προϋπόθεση για να προσελκύσουμε ξένο κεφάλαιο.
- Να προστατεύει τον μικρό αποταμιευτή/επενδυτή απέναντι σε καταχρηστικές πρακτικές και τη χειραγώγηση. Συνδέει εξάλλου την ελληνική οικονομία με τις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
- Και να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και το βάθος της αγοράς - οδηγώντας, εντέλει, μια οικονομία στην ανάπτυξη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον απολογισμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την περίοδο 2019-2026, όπως είπε:
- 25,3 δισ. ευρώ κεφάλαια αντλήθηκαν μέσω 94 ενημερωτικών δελτίων
- Το ενεργητικό αμοιβαίων κεφαλαίων υπερτετραπλασιάστηκε, από 6,1 δισ. ευρώ το 2019, σε 25,6 δισ. ευρώ σήμερα.
- Μηδενίστηκαν οι εκκρεμείς υποθέσεις άνω της 5ετίας.
- Αναδιοργανώθηκε εσωτερικά η ίδια η Επιτροπή.
- Προχώρησε ο ψηφιακός μετασχηματισμός.
- Ενισχύθηκε η προληπτική εποπτεία.
- Δόθηκαν οι πρώτες άδειες παρόχων κρυπτοστοιχείων υπό το ευρωπαϊκό πλαίσιο MiCA.
- Και τέλος, η Επιτροπή εμφάνισε πλεόνασμα χρήσης του 2025, 11,4 εκατ. ευρώ, ισοσκελίζοντας τον προϋπολογισμό της, χωρίς επιβάρυνση του δημοσίου.
Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι οι συγκεκριμένες επιδόσεις δεν είναι αυτονόητες και απαιτούν ικανούς ανθρώπους, σωστές αποφάσεις και αποτελεσματικό πλαίσιο λειτουργίας και εποπτείας. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στην ενίσχυση των επιτόπιων ελέγχων, υποστηρίζοντας ότι η ουσιαστική προστασία του επενδυτή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε εγκυκλίους και κανονισμούς, αλλά απαιτεί πραγματικό έλεγχο της αγοράς.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε και στην ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο δίκτυο της Euronext, χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστική αναβάθμιση για την ελληνική οικονομία. Όπως ανέφερε, η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό αυτό δίκτυο μπορεί να προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις πρόσβαση σε μεγαλύτερη ρευστότητα, σε περισσότερους επενδυτές και σε μια αγορά με πολύ ευρύτερη γεωγραφική εμβέλεια.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ATHEX εντάσσεται πλέον σε ένα δίκτυο άνω των 1.800 εισηγμένων εταιρειών με συνολική κεφαλαιοποίηση περίπου 7 τρισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει σημαντικά τη διεθνή ορατότητα των ελληνικών εισηγμένων και επιτρέπει στην Ελλάδα να ξεφύγει από τον χαρακτηρισμό μιας μικρής, περιφερειακής χρηματιστηριακής αγοράς, αποκτώντας ισχυρότερη παρουσία σε ένα μεγάλο πανευρωπαϊκό δίκτυο.
Ο υπουργός έθεσε παράλληλα το πλαίσιο για την επόμενη ημέρα, τονίζοντας ότι η βασική στρατηγική της κυβέρνησης είναι να ενεργεί σε εθνικό επίπεδο αλλά να σκέφτεται πανευρωπαϊκά. Στο πλαίσιο αυτό, επανέφερε τον στόχο για τις επενδύσεις έως το 2030.
Όπως ανέφερε, οι επενδύσεις στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν περίπου στο 11% του ΑΕΠ το 2019, ενώ στόχος είναι να προσεγγίσουν το 20% έως το 2030, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε ονομαστικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεπεράσουν τα 60 δισ. ευρώ από περίπου 46 δισ. ευρώ σήμερα.
Κατά τον κ. Πιερρακάκη, η κεφαλαιαγορά αποτελεί «υπαρξιακό» εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Παράλληλα, σημείωσε ότι πρέπει να ενισχυθεί η επενδυτική κουλτούρα στα ελληνικά νοικοκυριά, ώστε η αποταμίευση να συνδέεται περισσότερο με την επένδυση. Στην κατεύθυνση αυτή ενέταξε και τη μεταρρύθμιση του Ειδικού Επενδυτικού Λογαριασμού για τα νεογέννητα παιδιά, με στόχο, όπως είπε, οι οικογένειες να εξοικειωθούν από νωρίς με την έννοια της επένδυσης.
Ο υπουργός έδωσε επίσης ευρωπαϊκή διάσταση στην ομιλία του, σημειώνοντας ότι η ευρωπαϊκή αποταμίευση παραμένει σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένη στα εθνικά πλαίσια. Αυτό, όπως είπε, περιορίζει τη ρευστότητα και δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση της καινοτομίας.
Για τον λόγο αυτό υποστήριξε την ανάγκη προώθησης της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, με στόχο τα ευρωπαϊκά κεφάλαια να διοχετεύονται περισσότερο σε επιχειρήσεις, στην καινοτομία και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, τα αναξιοποίητα κεφάλαια στην Ευρώπη ξεπερνούν τα 10 τρισ. ευρώ.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς πρέπει να συνοδευτεί από περαιτέρω πρόοδο στην Τραπεζική Ένωση και από πιο συνεκτική ευρωπαϊκή εποπτεία. Όπως σημείωσε, δεν μπορεί να υπάρξει πλήρως ενοποιημένη κεφαλαιαγορά με 27 διαφορετικές εποπτικές προσεγγίσεις, ιδιαίτερα σε τομείς με διασυνοριακό και συστημικό χαρακτήρα, όπως οι μεγάλοι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέδειξε ακόμα την πολιτική σταθερότητα ως βασική προϋπόθεση για την προσέλκυση κεφαλαίων και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Όπως υποστήριξε, οικονομία, κοινωνία και πολιτική είναι άμεσα συνδεδεμένες και η αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις οικονομικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πολιτική οφείλει να θέτει τις προτεραιότητες, ενώ οι ανεξάρτητες εποπτικές αρχές πρέπει να διασφαλίζουν την εφαρμογή των κανόνων. Η ισορροπία ανάμεσα σε μια αγορά που λειτουργεί αποτελεσματικά και σε ένα κράτος που σχεδιάζει στρατηγικά αποτελεί, όπως τόνισε, απαραίτητη προϋπόθεση για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και τη διατήρηση της οικονομίας σε σταθερή αναπτυξιακή πορεία.