Η Zωή Κωνσταντοπούλου υπόσχεται Σύνταγμα από τους πολίτες και διαρκή δημοψηφίσματα, αλλά αποφεύγει να εξηγήσει πώς μπορούν να εφαρμοστούν.

Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αποτελεί ίσως μία από τις σοβαρότερες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, καθώς αφορά τους θεμελιώδεις κανόνες λειτουργίας της Δημοκρατίας, των θεσμών και της Πολιτείας. Ωστόσο, για ακόμη μία φορά, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επέλεξε να μετατρέψει μια σύνθετη θεσμική συζήτηση σε βήμα πολιτικών συνθημάτων και εύκολων υποσχέσεων. Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας παρουσίασε ένα μοντέλο «άμεσης δημοκρατίας», όπου οι πολίτες θα συνδιαμορφώνουν το Σύνταγμα, θα ενεργοποιούν νομοθετικές πρωτοβουλίες και θα καλούνται συχνά να αποφασίζουν μέσω δημοψηφισμάτων για κρίσιμα ζητήματα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που ακούγεται ελκυστική σε επίπεδο συνθημάτων, αλλά γίνεται πολύ πιο προβληματική όταν κάποιος επιχειρήσει να την εξετάσει υπό το πρίσμα της θεσμικής λειτουργίας ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους.

Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα. Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται από το πόσο εύηχα είναι τα συνθήματα, αλλά από το αν οι προτάσεις μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς να οδηγήσουν σε θεσμική αστάθεια, παράλυση των αποφάσεων και διαρκείς συγκρούσεις μεταξύ λαϊκών εντυπώσεων και συνταγματικών εγγυήσεων.

Η «άμεση δημοκρατία» ως νέο όχημα του παλιού λαϊκισμού

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου εμφανίζεται να προτείνει ένα πολιτικό μοντέλο όπου σχεδόν κάθε κρίσιμο ζήτημα θα μπορεί να επιστρέφει απευθείας στη λαϊκή ετυμηγορία. Δημοψηφίσματα, συντακτικές συνελεύσεις, κοινωνική νομοθετική πρωτοβουλία, διευρυμένη λαϊκή συμμετοχή στη Δικαιοσύνη και συνεχείς διαδικασίες διαβούλευσης συνθέτουν μια εικόνα που μοιάζει περισσότερο με πολιτική διακήρυξη κινηματικού χαρακτήρα παρά με εφαρμόσιμο σχέδιο διακυβέρνησης. Διότι κανείς δεν εξηγεί πώς θα λαμβάνονται γρήγορες και αποτελεσματικές αποφάσεις σε ένα κράτος που καλείται να λειτουργεί καθημερινά σε ένα απαιτητικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας εξακολουθεί να επενδύει στο ίδιο πολιτικό μοτίβο που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της δημόσιας παρουσίας της τα τελευταία χρόνια: την υπόσχεση ότι για κάθε σύνθετο πρόβλημα υπάρχει μια απλή λύση αρκεί να «μιλήσει ο λαός». Όμως η εμπειρία έχει δείξει ότι η Δημοκρατία δεν ενισχύεται όταν αντικαθίσταται η αντιπροσωπευτική λειτουργία των θεσμών από μια μόνιμη διαδικασία δημοψηφισμάτων. Αντιθέτως, συχνά δημιουργούνται νέες εντάσεις, νέοι διχασμοί και μεγαλύτερη αστάθεια, ιδιαίτερα όταν ζητήματα εξαιρετικά τεχνικά ή συνταγματικά μετατρέπονται σε πεδίο πολιτικής πόλωσης.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της παρέμβασής της είναι ότι παρουσιάζει ως επαναστατικές ιδέες προτάσεις που αποφεύγουν συστηματικά να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα της διακυβέρνησης: ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν οι αποφάσεις αποδειχθούν λανθασμένες; Η «άμεση δημοκρατία» ακούγεται ελκυστική ως σύνθημα. Όταν όμως χρησιμοποιείται ως καθολική απάντηση για κάθε θεσμικό ζήτημα, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη μία μορφή πολιτικού λαϊκισμού που υπόσχεται τα πάντα στους πάντες χωρίς να εξηγεί πώς ακριβώς θα λειτουργήσει στην πράξη.