Μετωπική επίθεση στη Δικαιοσύνη από την πρόεδρο της Πλεύσης Ελευθερίας, με ρητορική τοξικότητας που ανεβάζει επικίνδυνα τους τόνους.
Σε μια ακόμη επίδειξη ακραίας πολιτικής ρητορικής και θεσμικής σύγκρουσης, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιλέγει να επενδύσει στον λαϊκισμό, την ένταση και την αμφισβήτηση των θεσμών, ζητώντας τη βίαιη προσαγωγή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στη Βουλή. Πρόκειται για μια κίνηση που ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και εντάσσεται σε μια σταθερή στρατηγική πόλωσης, με στόχο τη διαρκή καλλιέργεια κλίματος αγανάκτησης και θεσμικής απαξίωσης.
Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έχει οικοδομήσει την πολιτική της παρουσία πάνω σε μια διαρκή λογική σύγκρουσης με κάθε θεσμό που δεν ευθυγραμμίζεται με τις δικές της πολιτικές επιδιώξεις. Από τη Βουλή μέχρι τη Δικαιοσύνη και από τις ανεξάρτητες αρχές μέχρι τους πολιτικούς της αντιπάλους, το αφήγημα είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: όσοι διαφωνούν μαζί της παρουσιάζονται ως μέρος ενός δήθεν συστήματος που πρέπει να καταγγελθεί και να απονομιμοποιηθεί στα μάτια της κοινής γνώμης.
Η πολιτική της μόνιμης καταγγελίας
Το αίτημα για βίαιη προσαγωγή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Αντιθέτως, έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά σειρά παρεμβάσεων που έχουν ως κοινό παρονομαστή τη μετωπική σύγκρουση με τους θεσμούς.
Αντί να αναδεικνύει πολιτικές προτάσεις ή να συμβάλλει σε έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιλέγει συστηματικά τη λογική της καταγγελίας. Μια λογική που μπορεί να δημιουργεί επικοινωνιακούς θορύβους και πρωτοσέλιδα, αλλά σπάνια προσφέρει ρεαλιστικές λύσεις ή συμβάλλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Όταν ο λαϊκισμός υποκαθιστά τη θεσμική σοβαρότητα
Η επίκληση αδικημάτων όπως η παράβαση καθήκοντος και η απείθεια απέναντι στον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό της χώρας συνιστά μια επιλογή πολιτικής υπερβολής, που αποσκοπεί περισσότερο στη δημιουργία εντυπώσεων παρά στην ουσία.
Η λογική αυτή παραπέμπει στη γνώριμη συνταγή του λαϊκισμού: κατασκευή εχθρών, διαρκής στοχοποίηση θεσμών και καλλιέργεια της αντίληψης ότι μόνο ένας πολιτικός φορέας κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Πρόκειται για μια πρακτική που έχει δοκιμαστεί επανειλημμένα στην ελληνική πολιτική ζωή και έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε μεγαλύτερη πόλωση και όχι σε λύσεις.
Η απαξίωση των θεσμών ως πολιτικό εργαλείο
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η ρητορική αυτή στρέφεται ευθέως κατά της Δικαιοσύνης. Σε μια δημοκρατία, οι θεσμοί κρίνονται, ελέγχονται και λογοδοτούν. Όμως άλλο πράγμα ο θεσμικός έλεγχος και άλλο η συστηματική προσπάθεια απαξίωσης και πολιτικής στοχοποίησης.
Η συνεχής αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας των θεσμών μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη σε όσους επενδύουν στην οργή και την αγανάκτηση, μακροπρόθεσμα όμως υπονομεύει την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας. Όταν κάθε απόφαση που δεν εξυπηρετεί ένα πολιτικό αφήγημα παρουσιάζεται ως προϊόν σκοτεινών σκοπιμοτήτων, τότε η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς διαβρώνεται επικίνδυνα.
Από την πολιτική πρόταση στην πολιτική ένταση
Το βασικό πρόβλημα με τη στρατηγική της Ζωής Κωνσταντοπούλου είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται διαρκώς σε προσωπική και θεσμική σύγκρουση. Η δημόσια συζήτηση δεν περιστρέφεται γύρω από εφαρμόσιμες πολιτικές ή μεταρρυθμίσεις, αλλά γύρω από καταγγελίες, συγκρούσεις και ακραίες διατυπώσεις.
Η επιλογή να ζητείται ακόμη και η βίαιη προσαγωγή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιβεβαιώνει ότι η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας παραμένει πιστή σε ένα μοντέλο πολιτικής που τρέφεται από την ένταση, τον διχασμό και τη διαρκή αμφισβήτηση των θεσμών. Ένα μοντέλο που μπορεί να εξασφαλίζει δημοσιότητα, αλλά δύσκολα μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης για τη χώρα.