Η κατάληψη είναι πράξη παράνομη. Και ως τέτοια μπορεί να παρομοιαστεί με οποιαδήποτε άλλη παράνομη πράξη ανάλογου επιπέδου. Πολύ περισσότερο όταν προκύπτει από κάποιες αποφάσεις μιας ισχνής μειοψηφίας, η οποία αντίκειται σε νόμους και κυρίως στην ομαλή λειτουργία κρατικών φορέων και του ίδιου του κράτους.

Τα όσα συμβαίνουν με τα πανεπιστημιακά ιδρύματα και τις καταλήψεις θυμίζουν αυτό ακριβώς που είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δηλαδή ότι κάποιοι μαζεύονται και αποφασίζουν να κάνουν μια παράνομη πράξη, ό,τι και αν αυτή αφορά. Το γεγονός ότι το… αποφάσισαν τους νομιμοποιεί; Σίγουρα όχι, ειδικά αν αφορά δημόσια περιουσία.

Η κατάληψη είναι παράνομη πράξη διότι για να πραγματοποιηθεί ασκείται βία. Και αν δεν είναι φυσική, είναι ψυχολογική. Παρεμποδίζονται καθηγητές και φοιτητές ή καθηγητές και μαθητές να μπουν στις τάξεις τους για να κάνουν μάθημα ή να δώσουν εξετάσεις.

Επίσης παρεμποδίζεται η άσκηση δημοσίου λειτουργήματος ενώ σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφεται και φθορά της δημόσιας περιουσίας.

Όλα τα υπόλοιπα είναι στο στιλ «κουβέντα να κάνουμε». «Κουβέντα» που αφορά μόνο την Ελλάδα και τα ελληνικά πανεπιστήμια και σχολεία. Διότι δεν συμβαίνει σε καμία άλλη χώρα. Πρόκειται για φαινόμενο ελληνικό, ειδικά ως προς τη συχνότητά του, αλλά και ως προς τον τρόπο που αυτό εξελίσσεται.

Και μόνο το γεγονός ότι μιλάμε για αποφάσεις που λαμβάνονται από μειοψηφίες ή με την άσκηση βίας είναι αρκετό για να θεωρηθεί μια κατάληψη πράξη παράνομη. Το να πετούν οι πανεπιστημιακοί το μπαλάκι στην πολιτεία όταν υποτίθεται πως έκαναν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για το αυτοδιοίκητο είναι μια άλλη περίπτωση που, αν μη τι άλλο, πρέπει να απασχολήσει την ίδια την πολιτεία.

Να γίνει σαφές ότι ουδείς αμφισβητεί το δικαίωμα οποιασδήποτε ομάδας να αντιδρά. Να διαμαρτύρεται, να συγκεντρώνεται και να εκφράζει αντιρρήσεις, πολύ περισσότερο τις θέσεις που έχει. Αυτό που δεν δύναται να γίνεται αποδεκτό είναι να κλείνουν με το έτσι θέλω τα πανεπιστήμια αλλά και τα σχολεία. Κυρίως να αποτρέπεται η φοίτηση και η εξέταση των φοιτητών.

Οποια πολιτική δύναμη «ωρύεται» υπέρ τέτοιων δήθεν δικαιωμάτων, το μόνο που κάνει είναι να επιχειρεί να ρίξει λάδι στη φωτιά για μικροκομματικά οφέλη. Να ψαρεύει ψήφους σε θολά νερά, όπως λένε. Και να ευελπιστεί σε μια έξαρση φαινομένων συγκρουσιακών για να πατήσει σε αυτά και να δημιουργήσει συνθήκες αντιπολιτευτικές.