Η συζήτηση που άνοιξε ο Αλέξης Τσίπρας για έναν «πατριωτικό φόρο» έφερε ξανά στο προσκήνιο την οικονομική πολιτική της περιόδου 2015-2019.

Τότε που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση φόρων και εισφορών για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, με τα αποτελέσματα να είναι ολέθρια για τη μεσαία τάξη της χώρας, τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Η συγκεκριμένη τετραετία χαρακτηρίστηκε από ένα πρωτοφανές κύμα επιβαρύνσεων που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των παραγωγικών φορέων, ξεπέρασε τις 29 νέες φορολογικές παρεμβάσεις και άγγιξε σχεδόν κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση.

Όλοι θυμούνται ότι η μεγαλύτερη αλλαγή ήρθε στον ΦΠΑ. Ο βασικός συντελεστής αυξήθηκε από 23% σε 24%, ενώ καταργήθηκαν σταδιακά οι μειωμένοι συντελεστές στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου. Το αποτέλεσμα ήταν ανατιμήσεις σε εκατοντάδες προϊόντα και υπηρεσίες, με την κατανάλωση να δέχεται ισχυρό πλήγμα.

Στα καύσιμα επιβλήθηκαν σημαντικές αυξήσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Η αμόλυβδη βενζίνη επιβαρύνθηκε κατά περίπου 0,08 ευρώ ανά λίτρο μόνο από τον ΕΦΚ, ενώ μαζί με τον ΦΠΑ η τελική αύξηση ξεπέρασε τα 0,10 ευρώ. Στο πετρέλαιο κίνησης η επιβάρυνση έφθασε περίπου τα 0,12 ευρώ ανά λίτρο, ανεβάζοντας το κόστος μεταφορών και παραγωγής.

Ακολούθησε ο περίφημος φόρος στον καφέ. Από την 1η Ιανουαρίου 2017 επιβλήθηκε ειδικός φόρος που ξεκινούσε από 2 ευρώ ανά κιλό για τον ωμό καφέ και έφθανε τα 4 ευρώ ανά κιλό για τον ψημένο και τον στιγμιαίο. Οι ανατιμήσεις στην αγορά έφθασαν ακόμη και το 20%, με το κόστος να μεταφέρεται άμεσα στους καταναλωτές. Στα προϊόντα καπνού αυξήθηκε ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, ενώ για πρώτη φορά επιβλήθηκε ειδικός φόρος και στα υγρά αναπλήρωσης ηλεκτρονικού τσιγάρου, ύψους 0,10 ευρώ ανά ml.

Αυξήσεις επιβλήθηκαν επίσης στην μπίρα μικρών ζυθοποιιών, αλλά και στον φόρο σταθερής και κινητής τηλεφωνίας. Το 2018 προστέθηκε και το τέλος διανυκτέρευσης στα ξενοδοχεία. Η επιβάρυνση κυμαινόταν από 0,50 ευρώ ανά δωμάτιο για τα χαμηλής κατηγορίας καταλύματα μέχρι και 4 ευρώ ανά διανυκτέρευση για τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων, προκαλώντας αντιδράσεις από τον τουριστικό κλάδο.

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες βρέθηκαν επίσης στο στόχαστρο. Με τον νόμο Κατρούγκαλου οι ασφαλιστικές εισφορές συνδέθηκαν με το φορολογητέο εισόδημα και έφθαναν στο 26,95%, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, μαζί με τον φόρο εισοδήματος, την προκαταβολή φόρου 100% και την εισφορά αλληλεγγύης, η συνολική επιβάρυνση ξεπερνούσε το 60% του καθαρού εισοδήματος.

Παράλληλα διατηρήθηκε ο ΕΝΦΙΑ, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις για κατάργησή του, με ετήσιες εισπράξεις που ξεπερνούσαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Η εισφορά αλληλεγγύης παρέμεινε σε ισχύ με υψηλούς συντελεστές, επιβαρύνοντας κυρίως τη μεσαία τάξη και τους μισθωτούς με μεγαλύτερα εισοδήματα.

Οι συνταξιούχοι είδαν την κατάργηση του ΕΚΑΣ να επηρεάζει περίπου 380.000 δικαιούχους, ενώ οι περικοπές στις επικουρικές συντάξεις ξεπέρασαν σε πολλές περιπτώσεις το 20%. Οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των νέων συντάξεων περιόρισαν σημαντικά τα ποσά που λάμβαναν οι νέοι ασφαλισμένοι. Σύμφωνα με τα στοιχεία των προϋπολογισμών εκείνης της περιόδου, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ, κυρίως μέσω έμμεσων φόρων που επιβάρυναν την κατανάλωση.

Επιμελητήρια και επαγγελματικοί φορείς υποστήριζαν ότι η υπερφορολόγηση περιόρισε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και μείωσε την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Τα όσα έχουν καταγραφεί στον κρατικό προϋπολογισμό την περίοδο που η οικονομική αφαίμαξη ήταν το επίσημο σπορ του Αλέξη Τσίπρα και των μαθητευόμενων μάγων της οικονομίας δείχνουν ότι τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν από περίπου 43,3 δισ. ευρώ το 2015 σε περισσότερα από 50 δισ. ευρώ το 2019, καταγράφοντας άνοδο που ξεπέρασε τα 6,5 δισ. ευρώ μέσα σε μία τετραετία.

Το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης προήλθε από τους έμμεσους φόρους, δηλαδή από τον ΦΠΑ, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τις επιβαρύνσεις σε καύσιμα, καφέ, καπνικά και τηλεπικοινωνίες. Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα διατηρούσε μία από τις υψηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις στην εργασία μεταξύ των χωρών-μελών, ενώ εμπορικοί και επαγγελματικοί φορείς προειδοποιούσαν ότι η συνεχής αύξηση φόρων περιόριζε την κατανάλωση, αποδυνάμωνε τη μεσαία τάξη και λειτουργούσε ως αντικίνητρο για νέες επενδύσεις και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Έτσι, κάθε φορά που επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση η έννοια ενός νέου φόρου, επανέρχεται και η μνήμη μιας τετραετίας που συνδέθηκε με περισσότερες από 29 φορολογικές επιβαρύνσεις, αυξήσεις συντελεστών και νέες εισφορές. Για τους επικριτές του Αλέξη Τσίπρα, η αναφορά σε έναν «πατριωτικό φόρο» αποτελεί εφιάλτη μιας φορομπηχτικής πολιτικής που στήριξε τις κυβερνήσεις Τσίπρα-Καμμένου με υπερφορολόγηση νοικοκυριών, επαγγελματιών και επιχειρήσεων, ίσως μια από τις βαρύτερες φορολογικές περιόδους της μεταπολίτευσης.