Σε αντίθεση με τον Ούγκο Τσάβες, ο Νικολάς Μαδούρο δεν είχε ποτέ την πλειοψηφία των Βενεζουελάνων με το μέρος του.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Για πολλούς ο Ούγκο Τσάβες υπήρξε κάτι σαν λαϊκός ήρωας, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο ίδιος από μικρή ηλικία πίστευε, σύμφωνα με τις διηγήσεις, ότι η χώρα του χρειαζόταν μια αριστερή κυβέρνηση για δύο κυρίως λόγους: για να πατάξει τη διαφθορά και για να τελειώσει ο δικομματισμός και η εναλλαγή των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών στην εξουσία.

Έτσι, το 1983, ίδρυσε εντός στρατού – στον οποίο υπηρετούσε ως αξιωματικός– το λεγόμενο Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα 200, έχοντας ως πρότυπό του τον Σιμόν Μπολιβάρ, τον απελευθερωτή της Λατινικής Αμερικής από την ισπανική κατοχή.

Τον Φεβρουάριο του 1992 ο Τσάβες ηγήθηκε πραξικοπήματος με στόχο τον κεντροαριστερό πρόεδρο της Βενεζουέλας, Κάρλος Αντρές Πέρες, το οποίο απέτυχε και ο ίδιος οδηγήθηκε στη φυλακή. Αυτό, ωστόσο, δεν τον απέτρεψε από την οργάνωση ενός νέου πραξικοπήματος από τη φυλακή τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, το οποίο επίσης απέτυχε.

Δύο χρόνια αργότερα, όμως, όταν αποφυλακίστηκε με αμνηστία, ο στόχος του παρέμεινε ίδιος, αλλά άλλαξαν τα μέσα. Το Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα 200 μετατράπηκε σε πολιτικό κόμμα με την ονομασία Κίνημα για την Πέμπτη Δημοκρατία, επιδιώκοντας να ανέλθει στην εξουσία μέσα από εκλογικές διαδικασίες.

Μοντέλο… Σοβιετίας

Το κατάφερε τον Δεκέμβριο του 1998, όταν εξελέγη πρόεδρος της Βενεζουέλας. Από την πρώτη μέρα, ωστόσο, φρόντισε να δείξει τις διαθέσεις του, εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα καθαρά κομμουνιστικό: αναδιανομή γης, δωρεάν προγράμματα στέγασης, παιδείας και περίθαλψης κ.τ.λ.

Στις εκλογές για τη Συντακτική Εθνοσυνέλευση το κόμμα του πέτυχε νίκη με... σοβιετικά ποσοστά και κατέλαβε τις 120 από τις συνολικά 131 έδρες, με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε πολιτειακή μεταρρύθμιση πάντοτε σε κομμουνιστικά πρότυπα. Μετονόμασε επισήμως τη χώρα σε Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας, η προεδρική θητεία αυξήθηκε σε έξι χρόνια και καταργήθηκε το όριο της μίας θητείας, αλλά γρήγορα οι κινήσεις του προκάλεσαν την αμφισβήτηση του στρατού και το 2002 επιχειρήθηκε η ανατροπή του.

Παρ’ όλα αυτά, ο Τσάβες κατάφερε να επικρατήσει και το 2006 κέρδισε τις εκλογές με ποσοστό... 63%. Μία από τις κύριες παρεμβάσεις του ήταν η ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στα πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας, ενώ ο ίδιος μίλησε για «σοσιαλιστική επανάσταση», καλώντας τον κόσμο «να μη φοβάται τον σοσιαλισμό» και να πολεμήσει τον ιμπεριαλισμό και τον... αμερικανικό διάβολο. Παράλληλα, είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με δικτάτορες όπως ο Μουαμάρ Καντάφι, ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ και ο Μπασάρ αλ Άσαντ.

Αν και το 2007 οριακά απορρίφθηκαν σε δημοψήφισμα οι προτάσεις του για να διεκδικεί εφ’ όρου ζωής την επανεκλογή του και να καταργήσει την αυτονομία της κεντρικής τράπεζας ή να ενισχύσει τον έλεγχο της εξουσίας στο στράτευμα, το 2009 πέτυχε να κερδίσει νέο δημοψήφισμα για την κατάργηση του περιορισμού στην επανεκλογή του. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, αρρώστησε σοβαρά και ενώ είχε κερδίσει εκ νέου τις εκλογές απεβίωσε και τον διαδέχθηκε ο Νικολάς Μαδούρο.

Ο τελευταίος γνωριζόταν με τον Τσάβες από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και συγκεκριμένα όταν εκείνος ήταν φυλακισμένος για την απόπειρα πραξικοπήματος που οργάνωσε. Δικηγόρος του ήταν η νυν σύζυγος του Μαδούρο, Σίλια Φλόρες, και εκείνη κανόνισε τη συνάντηση.

Ο Μαδούρο τότε ήταν οδηγός λεωφορείου και συνδικαλιστής, αλλά η σχέση που ανέπτυξε με τον Τσάβες τον οδήγησε να εκλεγεί βουλευτής το 2000 και υπήρξε ένα από τα μέλη της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης που δημιούργησε το σύνταγμα των Τσαβιστών. Αργότερα ορίστηκε υπουργός Εξωτερικών και ο ίδιος ο Τσάβες τον έχρισε διάδοχό του λίγο πριν από τον θάνατό του, το 2012.

Ώσπου τον Μάρτιο του 2013, όταν ο Μαδούρο ανακοίνωσε δακρυσμένος τον θάνατο του Τσάβες, δεν δίστασε ακόμη και ν’ αφήσει υπόνοιες ότι οι «διαβολικοί εχθροί» του είχαν προκαλέσει την ασθένεια και τον θάνατό του, ούτως ώστε να κινητοποιήσει μαζικά τον στρατό.

Με βία και νοθεία

Να σημειωθεί ότι ο Μαδούρο, σε αντίθεση με τον Τσάβες, δεν κέρδισε ποτέ εκλογές με ευρεία πλειοψηφία. Αντιθέτως, οι εκλογικές του νίκες συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια και κινητοποιήσεις που οδήγησαν σε αιματηρή καταστολή, ενώ η κίνησή του το 2015 να αναλάβει όλες τις εξουσίες της Εθνοσυνέλευσης μέσω του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτυπώνει τον αυταρχικό χαρακτήρα της διακυβέρνησής του.

Τρία χρόνια αργότερα, κέρδισε εκλογές χωρίς... αντιπολίτευση και με χαμηλή συμμετοχή, αλλά δεν τον πτόησε ούτε η αυτοανακήρυξη του Χουάν Γκουαϊδό ως προέδρου με τη στήριξη των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Αντίστοιχα, το 2024, η νίκη που διακήρυξε έναντι της αντιπολίτευσης στην εκλογική διαδικασία για την παραμονή του στην εξουσία δεν πιστοποιήθηκε ποτέ και γι’ αυτό δεν αναγνωρίστηκε από τη Δύση.