Ένα παράδοξο πολιτικό φαινόμενο, αν και όχι πρωτόγνωρο, καταγράφουν τις τελευταίες ημέρες πολιτικοί παρατηρητές και αναλυτές.

Είναι η ένταση της συναισθηματικής και πολιτικής φόρτισης με την οποία τμήματα της ελληνικής Αριστεράς αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα μοιάζει, όπως σημειώνουν σκωπτικά αλλά και σαφώς επικριτικά, μεγαλύτερη από εκείνη που επικρατεί στην ίδια τη χώρα της Λατινικής Αμερικής.

Δηλώσεις, αναρτήσεις, άρθρα και παρεμβάσεις που προσεγγίζουν τα γεγονότα σχεδόν πένθιμα, με όρους ιστορικής ήττας και «αντίστασης απέναντι στον ιμπεριαλισμό», δημιουργούν την εικόνα ενός ιδεολογικού δεσίματος που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της ψύχραιμης πολιτικής ανάλυσης.

Η Βενεζουέλα εδώ και χρόνια αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα παραδείγματα σύγχρονης διακυβέρνησης. Η οικονομική κατάρρευση, ο υπερπληθωρισμός, η μετανάστευση εκατομμυρίων πολιτών, η κρίση στους θεσμούς και οι καταγγελίες για περιορισμό δημοκρατικών ελευθεριών συνυπάρχουν με μια αφήγηση που επιμένει να βλέπει στο καθεστώς Μαδούρο τη συνέχεια ενός «αντινεοφιλελεύθερου» πειράματος.

Για ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής και ελληνικής Αριστεράς, η χώρα εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύμβολο αντίστασης απέναντι στην αμερικανική επιρροή και στις αγορές, ακόμη κι αν τα κοινωνικά δεδομένα διαψεύδουν καθημερινά αυτή την εικόνα.

Εκλεκτικές συγγένειες

Στην Ελλάδα, η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης, τα μνημόνια και η άνοδος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην εξουσία δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο αναζητήθηκαν διεθνή «παραδείγματα» και εναλλακτικά μοντέλα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες και αργότερα του Νικολάς Μαδούρο παρουσιάστηκε συχνά ως χώρα που τόλμησε να αμφισβητήσει τον κυρίαρχο καπιταλιστικό δρόμο, αξιοποιώντας τον πλούτο της προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων.

Οι πολιτικοί παρατηρητές θυμίζουν ότι αυτή η προσέγγιση δεν περιορίστηκε σε περιθωριακές φωνές. Αντίθετα, εκφράστηκε και από κορυφαία στελέχη της τότε ανερχόμενης ελληνικής Αριστεράς. Χαρακτηριστική παραμένει η δήλωση του Αλέξη Τσίπρα, σε συνέντευξή του το 2012, ως αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης: «Η Βενεζουέλα αποτελεί ένα μοντέλο που πρέπει να ακολουθήσουμε ώστε να αφήσουμε πίσω το καπιταλιστικό μοντέλο που κυριαρχεί σήμερα στην Ευρώπη». Η φράση αυτή, που τότε ενθουσίασε τους υποστηρικτές του και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από τους επικριτές του, επιστρέφει σήμερα στον δημόσιο διάλογο ως υπενθύμιση των ιδεολογικών αναφορών μιας ολόκληρης εποχής.

Δεκατέσσερα και πλέον χρόνια μετά, η πραγματικότητα στη Βενεζουέλα είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Ακόμη και παραδοσιακοί σύμμαχοι της κυβέρνησης Μαδούρο στη Λατινική Αμερική έχουν κρατήσει ξεκάθαρες αποστάσεις, αναγνωρίζοντας ανοιχτά τα αδιέξοδα του μοντέλου. Στο εσωτερικό της χώρας, η κοινωνία εμφανίζεται βαθιά διχασμένη, με πολλούς πολίτες να ενδιαφέρονται λιγότερο για γεωπολιτικές αναμετρήσεις και περισσότερο για την καθημερινή επιβίωση. Σε αυτό το φόντο, η συναισθηματική ταύτιση της ελληνικής Αριστεράς με το εκεί καθεστώς προκαλεί, όπως λένε αναλυτές, εύλογα ερωτήματα.

Ψάχνουν... δικαίωση

Η επιμονή σε μια ρητορική θρήνου ή άκριτης υπεράσπισης δεν εξηγείται μόνο από διεθνιστική αλληλεγγύη. Συνδέεται, σύμφωνα με πολιτικούς επιστήμονες, με την ανάγκη δικαίωσης παλαιότερων επιλογών και αφηγήσεων. Η παραδοχή ότι ένα μοντέλο που προβλήθηκε ως εναλλακτικό απέτυχε ισοδυναμεί για πολλούς με έμμεση αυτοκριτική. Έτσι, η συζήτηση μετατοπίζεται από τα πραγματικά δεδομένα σε μια ιδεολογική σύγκρουση, όπου κάθε κριτική βαφτίζεται «νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα» και κάθε αρνητική εξέλιξη αποδίδεται αποκλειστικά σε εξωτερικές παρεμβάσεις.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της ελληνικής Αριστεράς υπάρχουν και πιο νηφάλιες φωνές, που ζητούν αναστοχασμό και αλλαγή πλεύσης. Υποστηρίζουν ότι η αλληλεγγύη στους λαούς δεν μπορεί να ταυτίζεται με την άνευ όρων στήριξη κυβερνήσεων και ηγετών, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν σοβαρές καταγγελίες για αυταρχισμό και οικονομική κακοδιαχείριση. Αυτές οι φωνές, αν και συχνά λιγότερο θορυβώδεις, επισημαίνουν ότι η ευρωπαϊκή Αριστερά οφείλει να αντλεί διδάγματα από τις αποτυχίες, όχι να τις ωραιοποιεί.

Ο «θρήνος» αυτός λειτουργεί τελικά ως καθρέφτης για την ελληνική πολιτική σκηνή. Δείχνει πόσο ισχυρά μπορούν να παραμείνουν τα σύμβολα και οι μύθοι, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα τα διαψεύδει ξεκάθαρα. Δείχνει επίσης την απόσταση που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στην ιδεολογική συζήτηση και στις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών.

Οι ίδιοι παρατηρητές, βέβαια, δεν αποκλείουν την περίπτωση η παρέμβαση του καθεστώτος Τσάβες αρχικά και Μαδούρο στη συνέχεια να είχε σχέση και με άλλες αδιαφανείς δοσοληψίες με κόμματα αλλά και μεμονωμένες προσωπικότητες στον χώρο της ελληνικής Αριστεράς.

Αμφιλεγόμενα σύμβολα

Καθώς η Ελλάδα έχει πλέον αφήσει πίσω της την πιο οξεία φάση της οικονομικής κρίσης και η ελληνική Αριστερά αναζητά νέο ρόλο και ταυτότητα, η υπόθεση της Βενεζουέλας διαχρονικά επιστρέφει ως υπενθύμιση. Όχι τόσο για να κριθεί το παρελθόν, όσο για να τεθεί το ερώτημα του μέλλοντος: αν τα πολιτικά κινήματα θα συνεχίσουν να επενδύουν σε αμφιλεγόμενα σύμβολα που ανήκουν σε άλλες ηπείρους και άλλες εποχές ή αν θα τολμήσουν να διαμορφώσουν ρεαλιστικές, δημοκρατικές προτάσεις που να απαντούν στα σύγχρονα προβλήματα.

Γιατί, όπως δείχνει και η περίπτωση Μαδούρο, ο ιδεολογικός θρήνος μπορεί να είναι έντονος και ηχηρός, αλλά σπάνια προσφέρει λύσεις.