Ενώ τα κόμματα που ανήκουν στην ομάδα του Λαϊκού Κόμματος μένουν σταθερά στις θέσεις τους, σε πολλές χώρες αποδεικνύεται πως η στάση των Σοσιαλιστών παίζει σημαντικό ρόλο στην επίτευξη κυβερνητικής σταθερότητας.

Όποτε συμπεριφέρονται τυχοδιωκτικά, το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία πολυφωνίας και διαλυτικών καταστάσεων. Αντίθετα, όταν ενδιαφέρονται για τη σταθερότητα, καταφέρνουν να ασκούν αντιπολίτευση χωρίς να ταυτίζονται με τα άκρα.

Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτά των κυβερνήσεων συνεργασίας στην Αυστρία, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Στην Αυστρία έχουν εμφανιστεί κρούσματα πολυφωνίας, στην Ισπανία οι Σοσιαλιστές είναι όμηροι μειοψηφικών κομμάτων που εκβιάζουν προκειμένου να στηρίζουν την κυβέρνηση, ενώ στην Πορτογαλία συμπεριφέρονται με πατριωτική μετριοπάθεια και συμβάλλουν στη σταθερότητα της χώρας τους.

Αυστρία: τίτλοι τέλους για τον μήνα του μέλιτος

Στην Αυστρία, στις εκλογές της 29ης Σεπτεμβρίου 2024, το ακροδεξιό κόμμα του Χέρμπερτ Κικλ (FPÖ) κατέκτησε την πρωτιά, αποσπώντας το 29% των ψήφων. Στις 3 Μαρτίου 2025 –και ύστερα από 155 ημέρες διαβουλεύσεων και πολλές αποτυχημένες διαπραγματεύσεις– η χώρα απέκτησε κυβέρνηση συνεργασίας. Συνασπίστηκαν – προκειμένου να αποφύγουν την παρουσία της ναζιστικής αυστριακής Ακροδεξιάς– η Κεντροδεξιά (ÖVP), οι Σοσιαλδημοκράτες (SPÖ) και οι φιλελεύθεροι NEOS.

Με καγκελάριο τον Κρίστιαν Στόκερ (ÖVP), ο συνασπισμός δεν κατάφερε ωστόσο να αποτρέψει την εκλογή ενός ακροδεξιού, του Βάλτερ Ρόζενκραντς, στο αξίωμα του προέδρου της Κάτω Βουλής. Τους τελευταίους μήνες στη χώρα εξελίσσεται ένα πολιτικό θρίλερ, καθώς αυξάνονται οι εσωτερικές εντάσεις, οι μονομερείς ενέργειες και οι δημόσιες διαφωνίες μεταξύ των εταίρων.

«Η κυβέρνηση κρέμεται από μια κλωστή», γράφει ο Τύπος. «Αυτός ο αποτυχημένος συνασπισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εγκεφαλικά νεκρή πολιτική οντότητα», δήλωσε πρόσφατα ο Κικλ. Αφορμή το γεγονός ότι στην κυβέρνηση ο καθένας προβαίνει σε ανακοινώσεις χωρίς συνεννόηση με τους άλλους εταίρους. Έναν χρόνο μετά τον σχηματισμό του κυβερνητικού συνασπισμού, τα κρούσματα πληθαίνουν.

Στις 14 του περασμένου Φεβρουαρίου, ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, η εφημερίδα «Der Standard» κήρυξε το τέλος του μήνα του μέλιτος (για την ακρίβεια, του χρόνου του μέλιτος). Για παράδειγμα, ο αντικαγκελάριος Αντρέας Μπάμπλερ (SPÖ) ανακοίνωσε, χωρίς συνεννόηση, τον περιορισμό πρόσβασης στα κοινωνικά δίκτυα στους ανηλίκους. Αμέσως αντέδρασαν οι φιλελεύθεροι του NEOS, που διαφώνησαν και αντιπρότειναν αλλαγή στα προγράμματα σπουδών, ζητώντας λιγότερα λατινικά και περισσότερη τεχνολογία και ενημέρωση για την τεχνητή νοημοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα.

Η μεγαλύτερη αναστάτωση προκλήθηκε από τον ίδιο τον καγκελάριο Στόκερ, που, επίσης χωρίς να συνεννοηθεί με κανέναν, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να διεξαγάγει ένα μη δεσμευτικό δημοψήφισμα σχετικά με τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.

Παρά την ευρεία συναίνεση και τη συμφωνία του προέδρου Αλεξάντερ βαν ντερ Μπέλεν, οι εταίροι του συνασπισμού εκδήλωσαν την έκπληξή τους, καθώς, όπως είπαν, πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε εύκολα να επιλυθεί εντός της κυβέρνησης και όχι με δημοψήφισμα.

Πορτογαλία: Εκεί που οι Σοσιαλιστές βάζουν πλάτη στην πατρίδα

Στην Πορτογαλία πραγματοποιήθηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις σε λιγότερο από δύο χρόνια και στις αρχές του περασμένου Φεβρουαρίου, στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, ο υποψήφιος της Κεντροδεξιάς βρέθηκε στην τρίτη θέση, οπότε αναμετρήθηκαν ο μετριοπαθής Σοσιαλιστής Αντόνιο Χοσέ Σεγκούρο και ο ηγέτης της Ακροδεξιάς, Αντρέ Βεντούρα.

Η νίκη του Σεγκούρο υπήρξε σαρωτική (66%), ξεπερνώντας ακόμη και τα ποσοστά του επίσης Σοσιαλιστή Μάριο Σοάρες (1991), καθώς τον υποστήριξαν όλοι με πρώτη την Κεντροδεξιά του πρωθυπουργού Λουίς Μοντενέγκρο. Η ηγεσία της πορτογαλικής Κεντροδεξιάς ψήφισε ανοιχτά τον Σοσιαλιστή Σεγκούρο, ενώ οι δηλώσεις του γενικού γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Χοσέ Λουίς Καρνέιρο, ήταν ξεκάθαρες: «Αυτή η νίκη ανήκει σε όλους τους δημοκράτες, στα συνταγματικά δικαιώματα. Η νίκη ανήκει στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, στο Κέντρο και στη Δημοκρατική Δεξιά. Ανήκει και στους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες».

Στην Πορτογαλία υπάρχει κεντροδεξιά κυβέρνηση μειοψηφίας, αλλά οι Σοσιαλιστές έχουν επισήμως ταχθεί υπέρ της σταθερότητας. Τον Μάρτιο του 2025, ο Μοντενέγκρο είχε παραιτηθεί ύστερα από έναν μόλις χρόνο στην εξουσία, καθώς έχασε την εμπιστοσύνη της Βουλής και τον Μάιο 2025 οι Πορτογάλοι ξαναπήγαν στις κάλπες. Στα τέλη του Οκτωβρίου 2025, το Σοσιαλιστικό Κόμμα υπερψήφισε με τους 58 βουλευτές του τον προϋπολογισμό, ενώ η Άκρα Αριστερά, το αγαπημένο «Μπλόκο της Αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα, που είχε ρίξει και τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα, καταψήφισε μαζί με την Ακροδεξιά.

Από το 2019 καμιά κυβέρνηση δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη θητεία της στην Πορτογαλία, με αποτέλεσμα να μη βελτιώνεται η θέση της χώρας στις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων λόγω της πολιτικής αστάθειας. Αυτή τη φορά, όμως, έδωσαν το μήνυμα όλοι μαζί πλην των λαϊκιστών. Λίγο μυαλό χρειάζεται…

Ισπανία: Τρία χρόνια με προϋπολογισμό του 2023!

Εδώ και μια δεκαετία, στην Ισπανία έχουμε το ίδιο μοτίβο: τις εκλογές (συνήθως πρόωρες) κερδίζει το Λαϊκό Κόμμα, αλλά το Σοσιαλιστικό υπό τον Σάντσεθ συμμαχεί πότε με τους Podemos, πότε με την Ενωμένη Αριστερά (Sumar) και πάντα με τους Βάσκους αυτονομιστές και τους Καταλανούς αποσχιστές. Όλοι αυτοί μαζί σχηματίζουν κυβερνήσεις συνεργασίας ή μειοψηφίας – όπως η σημερινή.

Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι ο Σάντσεθ υποχρεώνεται να υποκύπτει συνεχώς σε εκβιασμούς, με αποτέλεσμα να διαταράσσονται και οι διεθνείς σχέσεις της χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κρίση με το Ισραήλ, καθώς η ισπανική Αριστερά τάσσεται αναφανδόν υπέρ των Παλαιστινίων, αδιαφορώντας για τη δράση της Χαμάς. Η κυβερνητική αυτή συνεργασία έχει αφήσει την Ισπανία χωρίς προϋπολογισμό εδώ και τρία χρόνια. Ο ισχύων προϋπολογισμός είναι αυτός του 2023, που παρατείνεται αυτόματα κάθε χρόνο.

Οι συνέπειες είναι πολύ σοβαρές, ειδικά όσον αφορά τις αξιολογήσεις από τους διεθνείς οίκους και τη μείωση του χρέους. Στις 30 Οκτωβρίου 2025, οι Καταλανοί σύμμαχοι του Σάντσεθ (Junts) απέσυραν τη στήριξή τους προς την κυβέρνηση, στην οποία πρόσφεραν τις ψήφους επτά βουλευτών τους (σε ένα Κοινοβούλιο 350 εδρών).

Τα δύο προηγούμενα χρόνια, οι Καταλανοί πρόσφεραν κατά περίπτωση στήριξη στην κυβέρνηση, λαμβάνοντας κάθε φορά και κάποιο αντάλλαγμα, κυρίως φορολογικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν διαθέτει η κυβέρνηση τις αναγκαίες ψήφους για να περάσει τον προϋπολογισμό.

Σε μια άλλη περίπτωση, ο Σάντσεθ προχώρησε σε μονομερή ακύρωση συμφωνίας αγοράς πυρομαχικών από το Ισραήλ, υποκύπτοντας στη ριζοσπαστική Αριστερά. Τριβές με τους κυβερνητικούς συμμάχους του δημιουργήθηκαν και όταν ο Σάντσεθ ανακοίνωσε πως η Ισπανία θα αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες, ώστε να φθάσουν στο 2% του ΑΕΠ. Οι σύμμαχοι καταψήφισαν.

«Δεν είναι η ομάδα μου, δεν είναι ο βασιλιάς μου, δεν είναι ο ύμνος μου»! Το ποιοι είναι οι σύμμαχοι είναι γνωστό. Τον Ιούλιο του 2014, ο γενικός συντονιστής του βασκικού κόμματος Bildu, Αρνάλντο Οτέγκι, είχε πει σχολιάζοντας τις νίκες της Εθνικής ομάδας της Ισπανίας: «Δεν θα είμαι ποτέ χαρούμενος όταν κερδίζει η Ισπανία.

«Δεν είναι η ομάδα μου, δεν είναι ο βασιλιάς μου και δεν είναι ο ύμνος μου»

Οι Βάσκοι παίκτες δεν έχουν την επιλογή να παίξουν με τη βασκική ομάδα γιατί το ισπανικό κράτος μάς το αρνείται». Οι δε Καταλανοί εκβίασαν ευθέως διά του υπόδικου Πουτζδεμόν: «Αν δεν επιτρέψουν στην Καταλονία να διαχειρίζεται το 100% των φόρων που εισπράττει στο έδαφός της, δεν θα υπάρξει προϋπολογισμός, διότι δεν θα τον ψηφίσουμε».

Η πιο πρόσφατη κρίση αφορά την απαίτηση της ΕΕ (απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από το 2018, με την οποία η Ισπανία είχε συμφωνήσει) για μια εκλογική μεταρρύθμιση, προκειμένου να μην εισέρχονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κόμματα που συγκεντρώνουν κάτω του 2% των ψήφων. Έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση από τη Μαδρίτη και το Μέγαρο Μονκλόα.

Τον περασμένο Ιανουάριο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε σύσταση με την οποία υπενθυμίζεται η μη συμμόρφωση της Ισπανίας. Με τη διαφορά ότι ο Ισπανός πρωθυπουργός είναι με τα χέρια δεμένα. Μια τέτοια απόφαση θα έβλαπτε σοβαρά τους κοινοβουλευτικούς εταίρους του και ειδικά το Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα (PNV).

Η αλλαγή του εκλογικού νόμου θα μπορούσε να εγκριθεί με τις ψήφους του Λαϊκού Κόμματος, πλην όμως θα στερούσε έναν από τους συμμάχους στην κυβέρνηση μειοψηφίας. Τον περασμένο Φεβρουάριο, το Λαϊκό Κόμμα (PP) υπέβαλε κοινοβουλευτική ερώτηση, με την κυβέρνηση να απαντά ότι ο εκλογικός νόμος «ως ακρογωνιαίος λίθος του δημοκρατικού μας συστήματος, απαιτεί την ευρύτερη δυνατή συναίνεση στο Κοινοβούλιο»!

Όμηροι του 1,5%

Φυσικά, με δεδομένο ότι θα υπερψήφιζε το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας, η «ευρεία συναίνεση» υπάρχει. Διότι, σύμφωνα με το σύνταγμα, απαιτούνται 175 ψήφοι στη Βουλή, ενώ το Λαϊκό Κόμμα διαθέτει 137 και αν το Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (PSOE) δεχόταν να ψηφίσει, τα δύο κόμματα μαζί θα συγκέντρωναν 258 έδρες. Δηλαδή το 73% των βουλευτών! Ποσοστό με το οποίο όχι εκλογικό νόμο, αλλά και το ίδιο το σύνταγμα θα μπορούσε να αλλάξει!

Η αλήθεια βρίσκεται αλλού

Στις τελευταίες ευρωεκλογές, το CEUS, ο συνασπισμός που περιλαμβάνει τους Βάσκους εθνικιστές, έλαβε μόνο το 1,61% των ψήφων. Αυτό σημαίνει ότι οι Βάσκοι υποστηρικτές του Σάντσεθ στο εθνικό Κοινοβούλιο θα έμεναν εκτός Ευρωβουλής. Και βέβαια, δεν είναι οι μόνοι που θα επηρεάζονταν.

Στις τελευταίες ευρωεκλογές, μόνο το Λαϊκό Κόμμα (34,2%), το Σοσιαλιστικό Κόμμα (30,18%) και το ακροδεξιό Vox (9,62%) έλαβαν ποσοστό άνω του 5%. Το Sumar, οι Podemos, το Bildu (Βάσκοι) και το ERC (Καταλανοί) διαθέτουν αυτή τη στιγμή 13 έδρες στο Ευρωκοινοβούλιο και στην περίπτωση αλλαγής του εκλογικού νόμου κάποιες απ’ αυτές θα μοιράζονταν μεταξύ των τριών πρώτων. Οπότε, ο Σάντσεθ παραμένει όμηρος κομμάτων με ποσοστά της τάξης του 1,5% και 2,5%. Όλα για την εξουσία…

*Αύριο: Γαλλία, Γερμανία, Νορβηγία