Στη δημόσια ζωή υπάρχουν στιγμές που η ανάγκη της πολιτικής αντιπαράθεσης οδηγεί σε επικίνδυνες απλουστεύσεις.
Μία από αυτές είναι η προσπάθεια να εξισωθούν ή να συμψηφιστούν δύο εντελώς διαφορετικές υποθέσεις: η υπόθεση Novartis και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Παρότι και οι δύο συνδέθηκαν με καταγγελίες, έρευνες και έντονη πολιτική αντιπαράθεση, η φύση τους, τα χαρακτηριστικά τους και κυρίως οι θεσμικές τους διαστάσεις είναι διαφορετικές, οπως αναφέρει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος.
Η Novartis υπήρξε πράγματι ένα διεθνές σκάνδαλο. Η φαρμακευτική εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές κατηγορίες και κατέβαλε σημαντικά πρόστιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες για πρακτικές που παραβίαζαν κανόνες δεοντολογίας και ανταγωνισμού. Κανείς δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι υπήρχε διεθνώς μια προβληματική υπόθεση που έπρεπε να ερευνηθεί. Το κρίσιμο όμως ζήτημα στην Ελλάδα ήταν διαφορετικό. Δεν αφορούσε την ύπαρξη του διεθνούς σκανδάλου, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνδέθηκε με συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα.
Η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε γρήγορα από τη διερεύνηση πιθανών αθέμιτων πρακτικών στον χώρο της υγείας σε μια πρωτοφανή στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων. Ονόματα πρώην πρωθυπουργών, υπουργών και κορυφαίων πολιτικών παραγόντων βρέθηκαν στο επίκεντρο καταγγελιών που παρουσιάστηκαν σχεδόν ως βεβαιότητες πριν ακόμη εξεταστούν από τη Δικαιοσύνη. Η πολιτική αντιπαράθεση υποκατέστησε συχνά τη νομική τεκμηρίωση και το τεκμήριο αθωότητας υποχώρησε μπροστά στη δύναμη της επικοινωνιακής διαχείρισης.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Δικαιοσύνη εξέτασε τα στοιχεία, αξιολόγησε τις μαρτυρίες και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυπταν οι κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί εναντίον των πολιτικών προσώπων. Παράλληλα, η διερεύνηση ανέδειξε σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε και αξιοποιήθηκε η υπόθεση στο πολιτικό πεδίο. Γι’ αυτό και η λέξη «σκευωρία» χρησιμοποιήθηκε ευρέως: όχι για να αρνηθεί την ύπαρξη του διεθνούς σκανδάλου της Novartis, αλλά για να περιγράψει την προσπάθεια πολιτικής εργαλειοποίησής του στο εσωτερικό της χώρας.
Η υπόθεση άφησε βαθιά τραύματα. Άνθρωποι διασύρθηκαν δημόσια, οικογένειες δοκιμάστηκαν, πολιτικές διαδρομές αμφισβητήθηκαν και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Ανεξαρτήτως πολιτικών προτιμήσεων, η εμπειρία αυτή υπενθύμισε ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο κομματικών συγκρούσεων ούτε να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής εξόντωσης αντιπάλων.
Η περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι διαφορετικής φύσεως. Εδώ δεν συζητούμε για καταγγελίες που στρέφονται κατά συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων με σκοπό την πολιτική τους απαξίωση. Η συζήτηση αφορά τη λειτουργία ενός κρίσιμου οργανισμού που διαχειρίζεται ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους, τη νομιμότητα των διαδικασιών, την ορθή κατανομή των επιδοτήσεων και τη διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος.
Οι καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας αφορούν ζητήματα διοικητικής λειτουργίας, ελέγχου και διαχείρισης πόρων. Εάν υπάρχουν παρατυπίες, καταχρήσεις ή παρανομίες, η Δικαιοσύνη οφείλει να τις διερευνήσει σε βάθος και να αποδώσει ευθύνες όπου αυτές προκύπτουν. Αυτή είναι η αποστολή ενός κράτους δικαίου και αυτή είναι η απαίτηση των πολιτών από τους θεσμούς.
Η σύγχυση ανάμεσα στις δύο υποθέσεις δεν βοηθά κανέναν. Η αποκάλυψη και η διερεύνηση ενός πραγματικού σκανδάλου αποτελεί θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας. Η κατασκευή ή η πολιτική εκμετάλλευση κατηγοριών χωρίς επαρκή τεκμηρίωση αποτελεί θεσμική εκτροπή. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά φαινόμενα που δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα ίδια μέτρα και σταθμά.
Η Δημοκρατία χρειάζεται διαφάνεια, λογοδοσία και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται σεβασμό στις αρχές της δικαιοσύνης, της αναλογικότητας και του τεκμηρίου αθωότητας. Χρειάζεται θεσμούς που να αποκαλύπτουν τα πραγματικά σκάνδαλα αλλά και να προστατεύουν τους πολίτες από αυθαίρετες στοχοποιήσεις και πολιτικές διώξεις.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά τον διχασμό και την εργαλειοποίηση των θεσμών. Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση οφείλει να διακρίνει καθαρά τις έννοιες και τα γεγονότα. Η υπόθεση Novartis θα μείνει στην πολιτική ιστορία ως μια υπόθεση όπου ένα υπαρκτό διεθνές σκάνδαλο συνδυάστηκε με μια εσωτερική πολιτική σκευωρία. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αντίθετα, κρίνεται από το αν υπήρξαν ή όχι παρατυπίες στη διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων και από την ικανότητα των θεσμών να τις εντοπίσουν και να τις αντιμετωπίσουν.
Η υπεράσπιση της αλήθειας προϋποθέτει διάκριση. Και η διάκριση αυτή είναι σήμερα πιο αναγκαία από ποτέ. Διότι άλλο η σκευωρία Novartis που έστησε ο Τσίπρας και τα παραδικαστικά και παρακρατικά κυκλώματα γύρω του και άλλο η υπόθεση προς διερεύνηση ΟΠΕΚΕΠΕ.