Κλονίζονται οι ισχυρότερες χώρες της Ευρώπης από την ενεργειακή κρίση, αλλά οι εγχώριοι φωστήρες της αντιπολίτευσης έχουν τις λύσεις στο τσεπάκι τους.
Η Γαλλία, η Γερμανία και η Νορβηγία είναι τρεις σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες, με παράδοση στην οικονομική ανάπτυξη, την επιχειρηματικότητα και την παραγωγή πλούτου, στο κοινωνικό κράτος, στις κοινωνικές παροχές, στη λειτουργία της Δημοκρατίας και στο κράτος δικαίου.
Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική αστάθεια, που ως ασθένεια έχει εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη, έχει προκαλέσει πρωτοφανείς διαλυτικές καταστάσεις ακόμη και σε αυτές τις χώρες, που αποτελούσαν πάντα τις ατμομηχανές της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και της σημαντικής παρουσίας στη διπλωματική δράση.
Γαλλία: 6 πρωθυπουργοί σε 8 χρόνια, 5 από το 2022, 3 σε 1 χρόνο
Στην κατακερματισμένη γαλλική Εθνοσυνέλευση, εδώ και χρόνια τα κόμματα δεν καταφέρνουν να ψηφίσουν προϋπολογισμό, ενώ οι πρωθυπουργοί παραιτούνται και Ακροαριστερά και Ακροδεξιά υποβάλλουν συνεχώς προτάσεις μομφής.
Μόνο μέσα στον περασμένο Ιανουάριο, η κυβέρνηση Λεκορνί (τρίτη κατά σειρά μέσα σε έναν χρόνο), αντιμετώπισε τέσσερις προτάσεις μομφής, καθώς προσπαθούσε να προχωρήσει με την έγκριση του προϋπολογισμού μέσω του άρθρου 49, παράγραφος 3 του συντάγματος (χωρίς ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο). Μέχρι στιγμής συμφωνία υπήρξε ως προς το μέρος μόνο του προϋπολογισμού του 2026, ενώ το συγκεκριμένο άρθρο έχει χρησιμοποιηθεί πάνω από 90 φορές.
Ο Λεκορνί είναι ο πέμπτος πρωθυπουργός που έχει διορίσει ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν, μετά την επανεκλογή του το 2022, και ο τρίτος από τον Ιούνιο του 2024, όταν ο Μακρόν προκήρυξε πρόωρες εκλογές. Οι προκάτοχοί του, Μισέλ Μπαρνιέ και Φρανσουά Μπαϊρού, άντεξαν αντίστοιχα 91 ημέρες και εννιά μήνες.
Ο Μπαϊρού έπεσε ύστερα από άλλη μία ψήφο δυσπιστίας εξαιτίας της πρότασής του για τον προϋπολογισμό, που προέβλεπε περικοπές 44 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2026 με στόχο τη μείωση του χρέους της Γαλλίας, που έχει φθάσει στο 114% του ΑΕΠ.
Με πρόταση μομφής, που υπερψηφίστηκε τόσο από τη Λεπέν όσο και από τον Μελανσόν, έπεσε και ο Μπαρνιέ τον Δεκέμβριο του 2024, ενώ ο Μπαϊρού βρέθηκε αντιμέτωπος με οκτώ προσπάθειες ανατροπής του, που επιτεύχθηκε με την ένατη.
Χιλιάδες τροπολογίες από την ανίερη συμμαχία
Τον Οκτώβριο του 2022, την πρόταση μομφής της Αριστεράς είχε υπερψηφίσει και το κόμμα της Λεπέν, ενώ σε ένα νομοσχέδιο είχαν υποβληθεί 3.500 τροπολογίες.
Στον συνταξιοδοτικό νόμο (σύνταξη πριν από τα 64 με 43 χρόνια εργασιακού βίου) είχαν υποβληθεί… 14.000 τροπολογίες!
Τον Ιούλιο του 2022, η ανίερη συμμαχία της Ακροδεξιάς και της Ακροαριστεράς συνασπίστηκε για να μην υπερψηφιστούν τα μέτρα για την πανδημία.
Δηλαδή, κανείς δεν συμφωνεί με κανέναν και δεν υπάρχει στον ορίζοντα πλειοψηφικός συνασπισμός. Κάτι που δεν θα άλλαζε ακόμη και αν η Γαλλία ξαναπήγαινε στις κάλπες.
Την ίδια ώρα, οι ίδιοι που με την ψήφο τους οδηγούν στον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού, σε ένα ποσοστό 73%, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, οι Γάλλοι εκτιμούν ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιπολιτεύονται τα κόμματα τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν είναι αντιπαραγωγικός.
Η Γαλλία είναι η χώρα που σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες διαθέτει το μεγαλύτερο τμήμα του ΑΕΠ της για το κοινωνικό κράτος. Το 2023 (δηλαδή πέντε χρόνια μετά την έναρξη των κινητοποιήσεων από τα «κίτρινα γιλέκα») το ποσοστό επί του ΑΕΠ που πήγαινε στο κοινωνικό κράτος και στα πάσης φύσεως επιδόματα ήταν 31,5%, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο 26,6%.
Το πρόβλημα είναι πως πάντα η Ακροδεξιά και η Ακροαριστερά υπόσχονται πολύ περισσότερα.
Αξίζει να θυμίσουμε ότι το κόμμα της Λεπέν έχει γίνει δημοφιλές στη γαλλική εργατική τάξη εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, παρά το ενισχυμένο κοινωνικό κράτος. Στις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου-Ιουλίου του 2024, το 60% έως 65% των εργατών και των φτωχών αγροτών ψήφισαν τη Λεπέν.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα που δεν έχει παρουσιάσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό εδώ και 51 χρόνια, το χρέος έχει φθάσει τα 3,2 τρις. ευρώ και το μεγάλο εμπορικό έλλειμμα μαρτυρά την καλπάζουσα αποβιομηχάνιση.
Αποτέλεσμα: Στις 12 Σεπτεμβρίου 2025, ο οίκος αξιολόγησης Fitch υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας σε Α+ με σταθερή προοπτική, υπογραμμίζοντας την παρατεταμένη πολιτική αστάθεια και τις δημοσιονομικές αβεβαιότητες που εμποδίζουν την εξυγίανση των σοβαρά υποβαθμισμένων δημόσιων οικονομικών της.
Γερμανία: Πρώτα γενέθλια, αλλά δεν γιόρτασε κανείς
Την περασμένη Τετάρτη 6 Μαΐου, στη Γερμανία, ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών και Σοσιαλδημοκρατών, που προέκυψε από τις εκλογές της 23ης Φεβρουαρίου 2025, συμπλήρωσε έναν χρόνο ζωής.
Η ατμόσφαιρα δεν ήταν γιορταστική. Καιρό τώρα, οι δημόσιες διαφωνίες μεταξύ των δύο κυβερνητικών εταίρων είναι τόσο πολλές, που ο γερμανικός Τύπος γράφει πως ο κυβερνητικός συνασπισμός συναγωνίζεται επάξια τον προηγούμενο συνασπισμό των Φαναριών.
Τα ποσοστά αποδοχής του συνασπισμού είναι χαμηλά, τα ποσοστά δημοτικότητας του ίδιου του καγκελάριου Μερτς ακόμη χειρότερα και οι δύο εταίροι δεν μοιράζονται ούτε «το μαύρο κάτω από τα νύχια τους», όπως παραπονέθηκε πρόσφατα η υπουργός Παιδείας, Κάριν Πρίεν (CDU).
«Μέχρι στιγμής ήμουν πολύ υπομονετικός με το SPD», ήταν το… εορταστικό μήνυμα του καγκελάριου, που από τον περασμένο Ιανουάριο, σε επιστολή του προς τους βουλευτές που στηρίζουν την κυβέρνηση, υπογράμμισε πως ορισμένοι τομείς της οικονομίας βρίσκονται σε «πολύ κρίσιμη κατάσταση».
Ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου του 2025, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανικών Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων (DIHK), Πέτερ Αντριαν, προειδοποίησε για κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης, ζητώντας τις «σωστές μεταρρυθμίσεις» από την κυβέρνηση και απευθύνοντας έκκληση προς τους εταίρους να συνεργαστούν για το καλό της χώρας.
Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI), Πέτερ Λάιμπιγκερ, ανέφερε ότι οι Γερμανοί επιχειρηματίες είναι «περισσότερο απογοητευμένοι από ποτέ», περιγράφοντας την κατάσταση στην οικονομία ως «τη χειρότερη κρίση από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας».
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο αριθμός των γερμανικών επιχειρήσεων που πτώχευσαν το 2025 έφθασε στο υψηλότερο σημείο από το 2014!
Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες ήλθαν σε συμφωνία τον Απρίλιο του 2025 με ένα κείμενο 114 σελίδων. Φυσικά, δεν συμφωνούσαν σε τίποτε και χρησιμοποίησαν τη μαγική λέξη «Επιτροπή». Μια επιτροπή θα εξετάσει τα θέματα υγείας ως την άνοιξη του 2027, μια άλλη το συνταξιοδοτικό και ούτω καθεξής.
Οι τελευταίες έρευνες έδειξαν πως το 58% των Γερμανών δεν πιστεύει ότι η κυβέρνηση θα αντέξει έως τις εκλογές του 2029. Την ίδια ώρα η Ακροδεξιά του AfD σκαρφαλώνει στην πρώτη θέση! Σε δημοσκόπηση της 3ης Μαΐου, το AfD προηγείται με 28%, ακολουθεί η Χριστιανική Ενωση (CDU/CSU) με 24%, στην τρίτη θέση βρίσκεται το συγκυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) με 14%, στην τέταρτη οι Πράσινοι με 13% και στην τελευταία η Αριστερά με 11%.
Νορβηγία: Κάθονται πάνω στα πετρέλαια, αλλά οι κυβερνήσεις πέφτουν
Αλλά εκεί που πραγματικά σηκώνει κανείς τα χέρια ψηλά είναι η Νορβηγία, η μεγαλύτερη παραγωγός υδρογονανθράκων ευρωπαϊκή χώρα, πρώτη στον κόσμο σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα και με τις λιγότερες ανισότητες στον κόσμο.
Η χώρα κάθεται πάνω σε εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και αερίου, διαθέτει ένα εξαιρετικά γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος και ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά ταμεία, αξίας 20 τρισ. κορονών (2 τρισ. δολαρίων)! Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι το έκτο υψηλότερο στον κόσμο, μία μόλις θέση κάτω από τις ΗΠΑ.
Και όμως, η ζάπλουτη Νορβηγία, που τροφοδοτεί με υδρογονάνθρακες όλη την Ευρώπη, επηρεάστηκε υπερβολικά από την τελευταία πολεμική κρίση και είδε το κόστος της ζωής και της ενέργειας να αυξάνεται.
Στην πετρελαιοπαραγωγό Νορβηγία, η ενέργεια ήταν έξι φορές ακριβότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ήδη από το 2024. Με τον πόλεμο στο Ιράν, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο.
Χρόνια τώρα η χώρα πηγαίνει από πεντακομματική σε πεντακομματική κυβέρνηση… μειοψηφίας και πάντα βρίσκεται ένα κυβερνητικό κόμμα, που είτε αποχωρεί είτε καταψηφίζει έναν νόμο – συνέβη τον περασμένο Μάρτιο, όταν το Κόμμα του Κέντρου αποσκίρτησε και ψήφισε μαζί με την αντιπολίτευση τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Προκαλώντας την αντίδραση του υπουργού Οικονομικών, του Εργατικού Γενς Στόλτενμπεργκ, που δήλωσε πως «οι δημοσιονομικές συμφωνίες πρέπει να τηρούνται».
Μιλάμε για ένα μέτρο μόλις 560 εκατ. ευρώ, ποσό μικρό για μια χώρα όπως η Νορβηγία.
Δύο κυβερνητικές κρίσεις σε έναν χρόνο!
Δεν είναι η πρώτη φορά που νορβηγική κυβέρνηση κινδυνεύει με κατάρρευση λόγω των τιμών της ενέργειας. Η κατάρρευση της νορβηγικής κυβέρνησης τον Φεβρουάριο του 2025 υπήρξε η απόδειξη ότι δεν υπάρχει χώρα με ανοσία σε μια ενεργειακή κρίση.
Και πάλι τότε το ευρωσκεπτικιστικό Κόμμα του Κέντρου, με αρχηγό τον ίδιο τον… υπουργό Οικονομικών, είχε εγκαταλείψει τον συνασπισμό, ρίχνοντας την κυβέρνηση μειοψηφίας του Εργατικού πρωθυπουργού Γιόνας Γκαρ Στέρε. Σηκώθηκε κι έφυγε παίρνοντας μαζί του και σχεδόν τους μισούς υπουργούς! Παραιτήθηκαν 8 από τα 20 μέλη της κυβέρνησης – ανάμεσά τους οι υπουργοί Οικονομικών, Αμυνας και Δικαιοσύνης.
Έτσι, η «κοκκινοπράσινη» κυβέρνηση που είχε σχηματιστεί το 2021 έμεινε χωρίς δεδηλωμένη στη Βουλή, η χώρα πήγε σε εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2025, με τον Στέρε να παραμένει μεν πρωθυπουργός, αλλά σε μονοκομματική κυβέρνηση μειοψηφίας, «στηριζόμενη» από τα υπόλοιπα κόμματα της αριστερής συμμαχίας (Σοσιαλιστές, Κομμουνιστές, Πράσινοι και Κεντρώοι – οι τελευταίοι είχαν ρίξει την προηγούμενη κυβέρνηση και έναν χρόνο μετά ψήφισαν με την αντιπολίτευση).
Δηλαδή η Νορβηγία έζησε δύο κυβερνητικές κρίσεις σε έναν χρόνο!
Σημειώνεται ότι και τον Ιανουάριο του 2020, το ακροδεξιό Κόμμα της Προόδου είχε εγκαταλείψει την κεντροδεξιά κυβέρνηση της Ερνα Σόλμπεργκ, δηλαδή την τότε τετρακομματική κυβέρνηση μειοψηφίας.
Συμπέρασμα: Όταν στη Νορβηγία δεν στεριώνει κυβέρνηση λόγω της αύξησης των τιμών στην ενέργεια, είναι να απορεί κανείς πώς έχουν τη λύση στο τσεπάκι τους οι φωστήρες της ελληνικής αντιπολίτευσης…