Τελικά, η υπόθεση των παρακολουθήσεων παραμένει στο αρχείο και βάζει τέλος στη... χορογραφία των καταγγελιών περί γενικευμένης διαφθοράς.
Τον περασμένο Φεβρουάριο, η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την υπόθεση των παρακολουθήσεων αναφορικά με το παράνομο λογισμικό γινόταν σημαία από την αντιπολίτευση, κυρίως από το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Χθες, η απόφαση του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση, που είχε τεθεί με πόρισμα από τον πρώην αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως κατάλυση της Δημοκρατίας.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά; Τουλάχιστον αυτό προκύπτει απ’ όσα ειπώθηκαν και συνεχίζουν να λέγονται για την απόφαση του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο των επιθέσεων που τελικά εξαπολύθηκαν και που είχαν στόχο και τον ίδιο τον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό.
Το θέμα είναι απλό. Η απόφαση του κ. Τζαβέλλα δεν άρεσε σε όλους όσοι έχουν χτίσει ένα αφήγημα γύρω από τις παρακολουθήσεις μέσω παράνομου λογισμικού, ειδικά ως προς το σκέλος της εμπλοκής πολιτικών προσώπων και προσωπικά του πρωθυπουργού.
Χαλάει το αφήγημα στο οποίο έχει βασιστεί και η χορογραφία των καταγγελιών που θέλουν να διαμορφωθεί μια εικόνα γενικευμένης διαφθοράς ανεξαρτήτως αν τελικώς, στο πλαίσιο μιας ακραίας πόλωσης και πολιτικής αντιπαράθεσης, βάλλεται και ο θεσμός της Δικαιοσύνης.
Αξίζει στο σημείο αυτό ν’ αναφερθεί ότι η επίθεση κατά της Δικαιοσύνης, πιο συγκεκριμένα κατά λειτουργών που εκδίδουν αποφάσεις που δεν αρέσουν ή δεν εξυπηρετούν το αφήγημα της αντιπολίτευσης, έρχεται την ώρα που η κυβέρνηση κατηγορείται για επιθέσεις κατά της Ευρωπαίας εισαγγελέως.
Το κόμματα εμφανίζονται να πίνουν νερό στο όνομα της Ευρωπαίας εισαγγελέως και να δείχνουν με το δάχτυλο την ελληνική Δικαιοσύνη. Επί της ουσίας, στήνεται ένα σκηνικό μιας καλής Δικαιοσύνης που προκύπτει από πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μιας κακής –αναλόγως των αποφάσεων– ελληνικής Δικαιοσύνης.
Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για τον θεσμό είναι εύκολο να γίνει κατανοητό. Ουδείς υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν υπόκεινται σε κρίση. Άλλο αυτό και άλλο να τίθεται υπό αμφισβήτηση ο θεσμός όταν αυτές δεν αρέσουν σε κάποιον, όποιος κι αν είναι αυτός. Και κυρίως άλλο να στοχοποιείται ο λειτουργός της Δικαιοσύνης όταν δεν αρέσει η απόφαση και να εκθειάζεται όταν αρέσει.
Το σίγουρο είναι πως η Δικαιοσύνη δεν πρέπει να λαμβάνει αποφάσεις με βάση την περιρρέουσα ατμόσφαιρα ούτε για να είναι αρεστή. Αν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να λειτουργούν λαϊκά δικαστήρια ή να αναλαμβάνουν τον ρόλο αυτόν οι πολιτικοί και οι τηλεδικαστές και τηλε-εισαγγελείς, που όχι μόνο δικάζουν αλλά βγάζουν και… αποφάσεις.
Εκτός αν κάποιοι επιθυμούν ή επιδιώκουν να επανέλθουν οι… κρεμάλες στην Πλατεία Συντάγματος. Τότε που η «πάνω» και η «κάτω» πλατεία δίκαζε και καταδίκαζε τους πολιτικούς, με τους προπηλακισμούς να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Μόνο που αυτό δεν είναι δημοκρατία. Σίγουρα, πάντως, δεν είναι Δικαιοσύνη.
Οι δε αναφορές στο κράτος δικαίου και τη Δικαιοσύνη μόνον έναν στόχο έχουν: να δημιουργηθεί μια αρνητική εικόνα για τη χώρα. Επιχειρήθηκε στο παρελθόν όταν κάποιοι θέλησαν να μπει η χώρα σε διαδικασία παγώματος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης με επίκληση του περίφημου άρθρου 7 της ΕΕ.
Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται α λα καρτ. Ούτε φυσικά και οι λειτουργοί της.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο».