Νομικοί αναλύουν στο «Μανιφέστο» την περίπτωση του Νίκου Ανδρουλάκη και της εταιρείας του στην Κρήτη και πότε εκπίπτει του βουλευτικού αξιώματος.

Πώς προσπαθεί να «αποδράσει» από την αλήθεια και τα «λογιστικά» λάθη ο εκατομμυριούχος «Ρομπέν των φτωχών».

Η συζήτηση γύρω από τα «λάθη» του Νίκου Ανδρουλάκη στη δήλωση πόθεν έσχες του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιμετωπίζει τα ερωτήματα που του τίθενται συνεχίζεται. Οι υπεκφυγές και η αλαζονεία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ πάντως δεν είναι ικανές να θολώσουν τα νερά, αφού είναι ξεκάθαρο ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να «αποδράσει» από τα ενοχλητικά για τον ίδιο ερωτήματα που έχουν νομική βάση.

Γράφει Ειδικός Συνεργάτης

Μεγάλη συζήτηση έγινε π.χ. για το ακίνητο που έχει εκμισθώσει στο Κτηματολόγιο και αν η σύμβαση αυτή εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 57 του συντάγματος που ορίζουν τα βουλευτικά ασυμβίβαστα. Και ναι μεν η «εύκολη», πρώτη ανάγνωση δεν θέτει κάποιο ασυμβίβαστο στην περίπτωση του κ. Ανδρουλάκη, δεδομένου ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εκμισθώνει –δηλαδή παραχωρεί– και δεν μισθώνει –ήτοι νοικιάζει ο ίδιος– ακίνητο από το Δημόσιο, όπως αναφέρεται αυτολεξεί στην επίμαχη διάταξη. Τι γίνεται όμως εάν η νομική επιστήμη εντρυφήσει στη διάταξη και τις λεπτομέρειες της συμβατικής σχέσης του κ. Ανδρουλάκη με το Δημόσιο και γίνει μια λεγόμενη διασταλτική ερμηνεία;

Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν δίχως αμφιβολία ότι από τη στιγμή που η εκμίσθωση του ακινήτου έγινε κατόπιν διαγωνισμού που πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προβλέπει μεταξύ άλλων διαρκή αντιπαροχή από το Δημόσιο, αυτή δεν είναι απλώς μια ιδιωτική συναλλαγή. Τουναντίον, εμφανίζει λειτουργικά χαρακτηριστικά μιας ειδικής δημόσιας συμβατικής σχέσης και άρα υφίσταται ουσιαστική επιχειρηματική σχέση οικονομικής εξάρτησης από το Δημόσιο. Όπερ σημαίνει, με απλά λόγια, ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 57.

Πού βασίζεται όμως αυτή η εκτίμηση; Η απάντηση είναι στη νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην απόφαση 1/2002, η οποία προκύπτει μεταξύ άλλων από την ερμηνευτική δήλωση για το άρθρο 57 του γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας κατά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, Ευάγγελου Βενιζέλου.

Αναλυτικότερα, το ΑΕΔ στη νομολογία του διαχρονικά έχει κρίνει ότι στην έννοια του όρου «επιχείρηση» συμπεριλαμβάνεται και η ατομική επιχείρηση, όπως ακριβώς στην περίπτωση του κ. Ανδρουλάκη. Επίσης, η διαπίστωση ασυμβίβαστου λόγω ατομικής επιχείρησης που έχει συμβληθεί με το Δημόσιο οδηγεί στην αυτοδίκαιη έκπτωση του βουλευτή από το αξίωμά του και δεν απαιτείται π.χ. δικαστική απόφαση, ύστερα από προσφυγή στο Εκλογοδικείο (ΑΕΔ).

Με απλά λόγια, στην επίμαχη περίπτωση το κρίσιμο σημείο νομικά δεν είναι το σημείο (ε) του άρθρου 57, αφού ο κ. Ανδρουλάκης δεν μισθώνει, αλλά εκμισθώνει ακίνητο στο Δημόσιο. Είναι όμως το σημείο (α) του ίδιου άρθρου περί επιχειρηματικής δραστηριότητας, κυρίως νομικά εάν υποκρύπτεται ουσιαστική επιχειρηματική και συμβατική σχέση με το Δημόσιο. Για να συμβαίνει αυτό, θα πρέπει να κριθεί νομικά:

- Εάν η μισθωτική σχέση έχει συναφθεί κατόπιν διαγωνισμού.

- Εάν έχει διαρκή χαρακτήρα με ειδικούς όρους, καθορισμένη διάρκεια και σταθερή οικονομική αντιπαροχή.

- Εάν ο κ. Ανδρουλάκης ή η επιχείρηση στην οποία εμφανίζεται να μετέχει εμφανίζεται ως οργανωμένη οικονομική ενότητα με σκοπό το κέρδος – εάν δηλαδή πληροί τις προϋποθέσεις του όρου «επιχείρηση» με βάση το σύνταγμα και τη νομολογία του ΑΕΔ.

- Εάν η σχέση αυτή δημιουργεί στοιχεία οικονομικής εξάρτησης ή ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης με την κρατική εξουσία.

- Εάν η συμμετοχή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ στη σύμβαση συνιστά συνέχεια ή ανανέωση προϋφιστάμενης συμβατικής σχέσης, η οποία εξακολουθεί να παράγει οικονομικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της βουλευτικής θητείας του.

Φαινομενικά τουλάχιστον, οι περισσότερες από αυτές τις προϋποθέσεις –αν όχι όλες– δείχνουν να ισχύουν στην επίμαχη περίπτωση. Εάν κάτι τέτοιο αποδειχθεί δηλαδή νομικά, μπορεί βάσιμα κάποιος να ισχυριστεί ότι ο κ. Ανδρουλάκης θα έπρεπε ήδη να έχει εκπέσει του βουλευτικού αξιώματός του ή να έχει αυτοβούλως παραιτηθεί από αυτό.

Διότι με βάση και την απόφαση 13/2020 του ΑΕΔ, το ασυμβίβαστο του άρθρου 57 του συντάγματος υπάρχει είτε κατά τον χρόνο εκλογής του βουλευτή είτε δημιουργείται μεταγενέστερα, ενώ δεν εμποδίζει τη διαδικασία ανακήρυξης υποψηφιοτήτων πριν από τις εκλογές. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όμως, ο βουλευτής θα πρέπει εντός οκτώ ημερών από την εκλογή του να επιλέξει ανάμεσα στο ασυμβίβαστο έργο (σ.σ.: στην εκμίσθωση του ακινήτου, στην περίπτωση του κ. Ανδρουλάκη) ή τη βουλευτική ιδιότητα, διαφορετικά τότε εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμά του.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ωστόσο εμμένει να μη δίνει καθαρές απαντήσεις και να μην αποκρούει επίσης με νομικά επιχειρήματα τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, παρά μόνο καταφεύγει σε επιθέσεις κατά της κυβέρνησης ή απειλές για αγωγές κατά υπουργών. Όπως απαντήσεις δεν έχει δώσει για ένα ακόμα «λάθος» μετά το… χαμένο εκατομμύριο στο πόθεν έσχες: την εταιρεία στην οποία συμμετέχει, την οποία δηλώνει ως «ΜΑΝΙ» και όχι ως «ΜΑΡΝΙ», όπως είναι το ορθό.

Όπως προκύπτει μάλιστα από το καταστατικό της που έχει εγκριθεί το 2020 και έχει αναρτηθεί στο ΓΕΜΗ, πρόκειται για μια εταιρεία ενεργή, με εμπορική και κερδοσκοπική δραστηριότητα και μετοχικό κεφάλαιο άνω του 1,5 εκατ. ευρώ, με τον κ. Ανδρουλάκη να διαθέτει το 2%, ήτοι περίπου 30.000 ευρώ.

Τα παραπάνω ενισχύουν τις υποψίες ότι ο κ. Ανδρουλάκης έχει πέσει στην παγίδα του άρθρου 57 για τα ασυμβίβαστα. Κοινώς, έχει πιαστεί με τη γίδα στην πλάτη – με το κρίσιμο σημείο με βάση τη νομολογία του ΑΕΔ να μην είναι απλώς η γενική ύπαρξη της οικονομικής σχέσης με το Δημόσιο, αλλά εάν η σύνδεση του βουλευτή με την αντίστοιχη επιχειρηματική δραστηριότητα είναι πραγματική, ενεργή και λειτουργικά ουσιώδης.