Όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης επέλεγε να εμφανιστεί ως ο «θυμωμένος τιμητής» της πολιτικής ζωής, πιθανότατα πίστευε ότι κανείς δεν θα άνοιγε τον φάκελο των δικών του γκρίζων ζωνών.

Μόνο που η υπόθεση με το πόθεν έσχες, τη μυστηριώδη ΜΑΝΙ ΑΕΒΕ, τη ΜΑΡΝΙ ΑΕΒΕ και τον… ξεχασιάρη λογιστή, εξελίσσεται σε πολιτικό βαρίδι που δύσκολα κρύβεται πίσω από τηλεοπτικούς μορφασμούς αγανάκτησης.

Διότι εδώ δεν μιλάμε για ένα απλό λογιστικό λάθος. Μιλάμε για μια υπόθεση που γεννά σοβαρά πολιτικά και ηθικά ερωτήματα για έναν πολιτικό αρχηγό που επένδυσε όλη του την εικόνα στην «καθαρότητα» και στη δήθεν θεσμική ανωτερότητα. Και τελικά, όσο περισσότερο επιχειρεί να εμφανιστεί ως αδικημένος, τόσο περισσότερο ενισχύεται η εικόνα ενός πολιτικού που πιάστηκε αδιάβαστος μέσα στις ίδιες του τις αντιφάσεις.

Το πρόβλημα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ δεν είναι μόνο η ουσία της υπόθεσης. Είναι κυρίως η αλαζονεία με την οποία αντιμετωπίζει τα ερωτήματα. Γιατί όταν ένας πολιτικός ζητά καθημερινά διαφάνεια από τους άλλους, δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από υπεκφυγές τύπου «φταίει ο λογιστής».

Η ελληνική κοινωνία έχει κουραστεί δεκαετίες τώρα από τους «ξεχασιάρηδες» λογιστές, τους συνεργάτες που παρανόησαν και τις «αστοχίες» δηλώσεων. Κάθε φορά που ξεσπά σκάνδαλο, ξαφνικά εμφανίζεται ένας λογιστής που «δεν ενημέρωσε», ένας συνεργάτης που «παρέλειψε» ή μια εταιρεία που «μπήκε κατά λάθος».

Και μέσα σε όλα αυτά, έρχεται και η παρέμβαση του Άδωνι Γεωργιάδη να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Οι αναφορές περί κρατικοδίαιτης δραστηριότητας και περί ανάληψης δουλειάς για ακίνητο επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ δεν είναι πολιτικά αθώες αιχμές. «Ψέμα ότι εισπράττει 1.000 ευρώ τον μήνα από το ακίνητο και ότι η ενοικίαση αποφασίστηκε επί Καραμανλή, να δώσει το συμβόλαιο του 2004 που επικαλείται. Είναι ένας βαθύπλουτος, ένα εκατομμύριο από εδώ και ένα από εκεί, και τώρα τον έπιασε ο πόνος για τον φτωχό Έλληνα», τόνισε.

Είναι ευθεία αμφισβήτηση του αφηγήματος του Ανδρουλάκη περί «νέου και άφθαρτου». Όταν, δε, τίθεται δημόσια αίτημα να δοθεί στη δημοσιότητα η σύμβαση, τότε η υπόθεση παύει να είναι ένα επικοινωνιακό επεισόδιο και μετατρέπεται σε μείζον πολιτικό τεστ αξιοπιστίας.

Γιατί αν όλα είναι τόσο καθαρά όσο ισχυρίζεται η Χαριλάου Τρικούπη, τότε γιατί δεν δίνονται άμεσα όλες οι απαντήσεις; Γιατί αυτή η αμηχανία; Γιατί αυτή η νευρικότητα; Γιατί αυτή η προσπάθεια να πέσουν οι τόνοι με γενικόλογες ανακοινώσεις περί «λάσπης» και «δολοφονίας χαρακτήρα»;

Η πραγματικότητα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη επιχειρούσε εδώ και μήνες να χτίσει ένα αφήγημα ηθικής υπεροχής απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και στον ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που η πολιτική έχει έναν αμείλικτο κανόνα: όταν σηκώνεις πολύ ψηλά το δάχτυλο, οφείλεις να έχεις πεντακάθαρα τα δικά σου χαρτιά. Διαφορετικά, η εικόνα του «άφθαρτου» γκρεμίζεται μέσα σε λίγες ώρες.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πλήγμα για τον Ανδρουλάκη. Όχι τόσο η ίδια η υπόθεση, αλλά το γεγονός ότι πλέον καταρρέει τοπροσεκτικά κατασκευασμένο προσωπείο του «διαφορετικού πολιτικού». Διότι όσο περισσότερο προσπαθεί να πείσει ότι δεν υπάρχει θέμα, τόσο περισσότερο η κοινή γνώμη βλέπει έναν πολιτικό εγκλωβισμένο σε αντιφάσεις, νευρικότητα και μισές απαντήσεις.

Στην πολιτική, η αξιοπιστία χτίζεται δύσκολα και γκρεμίζεται εύκολα. Και το πρόβλημα για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ είναι ότι η υπόθεση αυτή αρχίζει να θυμίζει ακριβώς εκείνο το παλιό πολιτικό σύστημα που ο ίδιος υποσχόταν ότι θα αφήσει πίσω.

Και τελικά, πίσω από τις κραυγές περί «ηθικής», τις στημένες εκρήξεις αγανάκτησης και το κουρασμένο αφήγημα του «νέου πολιτικού ήθους», αποκαλύπτεται μια γνώριμη εικόνα παλιού κομματικού μηχανισμού: εταιρείες με θολές εξηγήσεις, λογιστές που «ξεχνούν», συμβάσεις που δεν εμφανίζονται και πολιτικοί που ζητούν διαφάνεια μόνο για τους αντιπάλους τους.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε να πουλήσει το προφίλ του άφθαρτου τεχνοκράτη που θα καθάριζε δήθεν την πολιτική ζωή. Όμως κάθε μέρα που περνά χωρίς καθαρές απαντήσεις, η εικόνα αυτή καταρρέει με πάταγο.

Διότι ο κόσμος δεν βλέπει πλέον έναν «θυμωμένο μεταρρυθμιστή». Βλέπει έναν πολιτικό αρχηγό που, μόλις στριμώχτηκε, κατέφυγε στις ίδιες φθαρμένες δικαιολογίες του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που υποτίθεται πως πολεμούσε. Και αυτό είναι ίσως το πιο βαρύ πολιτικό πλήγμα: να αποδεικνύεσαι τελικά τόσο ίδιος με εκείνους που κατήγγελλες καθημερινά.

Αν πράγματι ο Νίκος Ανδρουλάκης πιστεύει ότι δεν υπάρχει ούτε σκιά στην υπόθεση, τότε υπάρχει ένας απλός δρόμος: πλήρης διαφάνεια και δημοσιοποίηση της σύμβασης, όλων των στοιχείων και κάθε σχετικού εγγράφου. Χωρίς μισόλογα, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς επικοινωνιακές ασκήσεις θυματοποίησης. Γιατί όποιος εμφανίζεται ως σημαιοφόρος της διαφάνειας δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από «λογιστικά λάθη» και ασαφείς απαντήσεις όταν τα ερωτήματα αγγίζουν τον ίδιο.

Η κοινωνία έχει χορτάσει από πολιτικούς που ζητούν λογοδοσία μόνο για τους άλλους και μόλις έρθει η σειρά τους θυμούνται τους «ξεχασιάρηδες» λογιστές και τις «παρεξηγήσεις». Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει πλέον την πολυτέλεια της σιωπής. Κάθε μέρα που περνά χωρίς να δίνει στη δημοσιότητα τη σύμβαση, ενισχύεται η υποψία ότι το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό αλλά βαθιά πολιτικό και ηθικό. Και τότε το αφήγημα του «άφθαρτου» δεν θα καταρρεύσει απλώς – θα μετατραπεί σε πολιτική καρικατούρα.