Ο μακρύς κατάλογος σκανδάλων… ολκής που κατέληξαν σε φιάσκο.
Τα διδάγματα που θα έπρεπε να έχουν βγάλει πολιτικά και οικονομικά κέντρα και παράκεντρα από τις υποθέσεις Βατοπεδίου, ΕΛΣΤΑΤ και Novartis.
Υποθέσεις που χαρακτηρίστηκαν ως «μεγάλα σκάνδαλα», κυρίως από ΜΜΕ και κόμματα –που ενδεχομένως αποσκοπούσαν ακούσια ή εκούσια σε μικροκομματικά οφέλη– και κατέληξαν σε αθωωτικές αποφάσεις ή παραγραφές, έχουν αφήσει τη σκιά τους στην πολιτική ζωή του τόπου, αλλά και στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Όχι γιατί μάθαμε τους καλούς και κακούς πολιτικούς, τους καλούς και κακούς εισαγγελείς, αλλά γιατί καταλάβαμε ότι η Δημοκρατία που οικοδομήσαμε με αγώνες και θυσίες είχε και τα… σκοτάδια της.
Πολύκροτες υποθέσεις, με πηχυαίους τίτλους και κακεντρεχή σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που –με όλο τον σεβασμό στους δικαστικούς λειτουργούς– αφήνουν την αμφιβολία: Μήπως οι εισαγγελείς έκαναν λάθος;
Βατοπέδι, ΕΛΣΤΑΤ, Novartis και άλλες υποθέσεις που η δικαστική τους κατάληξη σίγουρα δεν δικαίωσε την έκταση, τη διάσταση και την ένταση του σκανδάλου που είχε αποκαλυφθεί, ούτε τις προσδοκίες συγκεκριμένων πολιτικών και οικονομικών κέντρων και παράκεντρων, που βιάστηκαν να χαρούν με την… αναμπουμπούλα.
Πολλή φασαρία...
Η υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου (2004), αφορούσε ανταλλαγές εκτάσεων γύρω από τη λίμνη Βιστωνίδα που θεωρήθηκαν σκανδαλώδεις και ζημιογόνες για το ελληνικό Δημόσιο, προκαλώντας σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση. Στους εμπλεκομένους (ηγούμενος Εφραίμ, μοναχοί, δημόσιοι λειτουργοί) αποδόθηκαν κατηγορίες για απιστία και ψευδείς βεβαιώσεις. Το 2017 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων κήρυξε αθώους και τους 13 κατηγορουμένους και οι εκτάσεις επιστράφηκαν στο Δημόσιο.
Στην υπόθεση ΕΛΣΤΑΤ ασκήθηκε δίωξη στον πρώην επικεφαλής της, Ανδρέα Γεωργίου, για διόγκωση των στοιχείων (τα λεγόμενα «Greek statistics»), σχετικά με την αναθεώρηση του ελλείμματος του 2009. Κατηγορήθηκε για παράβαση καθήκοντος. Μετά από πολυετείς δικαστικές περιπέτειες, το 2023 ο Γεωργίου δικαιώθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς η πρακτική του επικυρώθηκε από την Eurostat και είχαν ήδη εκδηλωθεί διεθνείς αντιδράσεις. Έκρινε, λοιπόν, ότι η καταδίκη του παραβίασε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Το αφήγημα, ωστόσο, περί «τεχνητής διόγκωσης» του ελλείμματος κυριάρχησε για πολλά χρόνια στη δημόσια συζήτηση και την πολιτική αντιπαράθεση.
Το πολύπλευρο διεθνές σκάνδαλο της Novartis επιχειρήθηκε να γίνει στη χώρα μας υπόθεση… δήθεν πολιτικής συγκάλυψης και αποδείχτηκε πρωτοφανής πολιτική σκευωρία. Η εταιρεία κατηγορήθηκε για δωροδοκίες γιατρών και κρατικών αξιωματούχων, προκειμένου να συνταγογραφούνται τα δικά της σκευάσματα και να εξασφαλίζει ευνοϊκή μεταχείριση.
Οι... Ρασπούτιν και πολιτικοί δολοπλόκοι έστησαν τη σκευωρία και 10 πολιτικά πρόσωπα –πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί– έγιναν βορά στα… λαϊκά δικαστήρια. Οι κατηγορίες αρχειοθετήθηκαν λόγω έλλειψης στοιχείων και οι πάλαι ποτέ προστατευόμενοι μάρτυρες (με τα ψευδώνυμα «Μάξιμος Σαράφης» και «Αικατερίνη Κελέση»), στις καταθέσεις των οποίων βασίστηκαν οι έρευνες, τον Νοέμβριο του 2025 καταδικάστηκαν για ψευδή καταμήνυση, τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με αναστολή και δεσμεύτηκαν τα περιουσιακά τους στοιχεία.
Σε διεθνές επίπεδο, η Novartis κατέληξε σε συμβιβασμό με τις αμερικανικές αρχές το 2020, αποδεχόμενη να καταβάλει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για πρακτικές που αφορούσαν και την Ελλάδα, χωρίς να προκύπτει παραδοχή δωροδοκίας πολιτικών προσώπων.
Κατάρρευση
Η υπόθεση ενός σκανδάλου τεραστίων διαστάσεων εναντίον της διοίκησης Παναγιώτη Αθανασόπουλου και ολόκληρου του ΔΣ της ΔΕΗ κατέληξε στην ομόφωνη δικαστική απαλλαγή του, όταν τον Ιούλιο του 2024, τo Πενταμελές Εφετείο της Αθήνας επιστρέφει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν δεσμευθεί ως προϊόντα ξεπλύματος μαύρου χρήματος για το σκάνδαλο Siemens, όχι μόνο σε όσους αθωώθηκαν, αλλά και σε όσους απαλλάχθηκαν λόγω παραγραφής.
Είχε προηγηθεί, το 2022, η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για την αθώωση των 22 κατηγορουμένων για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, ενώ για τους περισσότερους κρίθηκε ότι έπρεπε να παυθεί οριστικά η ποινική δίωξη για τις πράξεις που είχαν τελεστεί έως το 2002 λόγω παραγραφής.
Στην υπόθεση των στημένων ποδοσφαιρικών αγώνων για στοιχηµατικό τζόγο εκατομμυρίων ευρώ, την οποία χειρίστηκε η τότε εισαγγελέας Πρωτοδικών, Πόπη Παπανδρέου (που σήμερα υπηρετεί στο αποκεντρωμένο Ελληνικό Γραφείο των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Αθήνα και χειρίζεται, μεταξύ άλλων, την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ), διά νομίμων επισυνδέσεων και τότε, υπήρξε εκτέλεση της «ποινής» προφυλάκισης, αλλά στην τακτική δίκη κατέρρευσαν όλες οι κατηγορίες.
Η στοχοποίηση τραυματίζει την αξιοπιστία των θεσμών
Με αφορμή την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ επανέρχονται στο προσκήνιο διαχρονικά ερωτήματα για την πορεία της δικαστικής διαδικασίας καθώς συχνά πυκνά ανακαλύπτει κανείς πολλούς παράδρομους και αχαρτογράφητων διαδρομών.
Και σε αυτήν την υπόθεση υπήρξαν φήμες, πληροφορίες και διαρροές για εμπλεκόμενους και αδικήματα μέρες πριν η μία, δύο, τρεις δικογραφίες αρχίσουν να φθάνουν στη Βουλή. Σε ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχε ήδη λοιπόν διαμορφωθεί κλίμα πολιτικής καταδίκης – και μία… λίστα υποψήφιων ενόχων βουλευτών και μία… κολάσιμη παράταξη.
Και αν κριθούν αθώοι λίγοι, πολλοί ή όλοι οι βουλευτές των οποίων άρθηκε η ασυλία προκειμένου να απαντήσουν στις ερωτήσεις της προανάκρισης, απλά θα κλείσει η υπόθεση με ένα «ασκήθηκαν οι διώξεις, κατέπεσαν οι κατηγορίες και αθωώθηκαν»;
Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ότι «όλα τα εισαγγελικού ενδιαφέροντος πρόσωπα τεκμαίρονται αθώα μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους στα αρμόδια ελληνικά δικαστήρια» αλλοιώθηκε στην πράξη και άρχισαν οι πρώτοι κίνδυνοι παραχάραξης των διατάξεων του νόμου που προβλέπουν σαφή βήματα. Από τους εισαγγελείς στον ανακριτή και από τον ανακριτή στον δικαστή, για να λάβει τις αποφάσεις του το δικαστήριο.
Οι πρώτες ενδείξεις σκιαγραφούν τον κίνδυνο ενός ακόμη… σκανδάλου μεγατόνων που θα τραυματίσει όχι μόνο την αξιοπιστία των πολιτικών, αλλά και των δικαστικών θεσμών.