Η διεξαγωγή μιας δίκης τέτοιου μεγέθους, όπως αυτή για το δυστύχημα στα Τέμπη, αναδεικνύει την έντονη σύγκρουση ανάμεσα στις δικονομικές απαιτήσεις και την ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης.

Είναι προφανές ότι με το «καλημέρα» κάποιοι θέλουν τη μετατροπή της δικαστικής αίθουσας σε «αρένα» αφού από τις αιτιάσεις τους διαφαίνεται ότι οι χώροι που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν το «show» που από καιρό σχεδίαζαν θα ήταν το ΣΕΦ ή το ΟΑΚΑ!

Αλλά και αυτό να γινόταν, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διασφαλιστεί η τάξη και η προστασία των παραγόντων της δίκης σε αχανείς χώρους. Επιπλέον, οι δικαστικές αίθουσες απαιτούν ειδικές εγκαταστάσεις για την καταγραφή πρακτικών και την απομόνωση μαρτύρων, κάτι που τα στάδια δεν διαθέτουν.

Σε επίπεδο συμβολισμού, όσοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι εμμέσως διατυπώνουν αυτήν την άποψη, θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η Δικαιοσύνη επιδιώκει να διατηρεί το κύρος της μέσα σε καθορισμένους θεσμικούς χώρους, αποφεύγοντας το «θέαμα» που μπορεί να θυμίζει λαϊκό δικαστήριο.

Ωστόσο, είναι πλέον σαφές ότι η… επίδραση του «ξυλολίου» σε μια μερίδα της κοινής γνώμης διαμορφώνει και το κλίμα έντασης, που στοχεύει τελικά την κυβέρνηση και τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη αίθουσα στη Λάρισα (ειδικά διαμορφωμένη στο κτήριο της Περιφέρειας) διαθέτει 450 θέσεις και είναι η μεγαλύτερη στην Ελλάδα.

Πρόσθεσε δε πως είναι μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, αποδίδοντας το χάος της πρώτης μέρας σε κακή «ταξιθέτηση» και όχι σε έλλειψη χώρου. Ανέφερε, μάλιστα, το πρωί της Τρίτης (24/03/2026) ότι η χωρητικότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης έχει χωρητικότητα 250 ανθρώπων!

Η δικονομική πραγματικότητα, εξάλλου, μας λέει ότι μια δίκη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «λαϊκό δικαστήριο» χωρίς να κινδυνεύει η εγκυρότητά της. Η παρουσία 1.000 ατόμων θα απαιτούσε δρακόντεια μέτρα τάξης για να διασφαλιστεί ότι η έδρα, οι μάρτυρες και οι κατηγορούμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν χωρίς διακοπές από τις κερκίδες.

Όσο για τους δημοσιογράφους –γιατί ακούστηκε κι αυτό, ότι η παρακολούθηση της δίκης από παραπλήσια αίθουσα συνιστά «φίμωση»(;)– η απομάκρυνσή τους από τον «πυρήνα» της αίθουσας σε έναν ειδικό χώρο (media room) δεν είναι περιορισμός, αλλά αναγκαιότητα για τη σωστή λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Κι αυτό γιατί απελευθερώνονται θέσεις για τους άμεσα ενδιαφερόμενους (συγγενείς, δικηγόρους, κατηγορούμενους), αποφεύγοντας τον συνωστισμό που τροφοδοτεί την ένταση. Οι δημοσιογράφοι μπορούν να εργάζονται, να πληκτρολογούν και να επικοινωνούν με τα μέσα τους χωρίς να διακόπτουν τη ροή της εξέτασης ή να επηρεάζουν ψυχολογικά τους μάρτυρες.

Στη δίκη των Τεμπών, το παράδοξο δεν είναι η ύπαρξη ξεχωριστού χώρου για τον Τύπο, αλλά η αμφισβήτηση αυτής της πρακτικής ως προσπάθεια «φίμωσης». Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η διαφάνεια εξασφαλίζεται με την πρόσβαση στην πληροφορία, όχι απαραίτητα με τη φυσική παρουσία δίπλα στο εδώλιο.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: αν ακόμη και με τους δημοσιογράφους σε άλλη αίθουσα, η ένταση παραμένει στα ύψη, μπορεί το δικαστήριο να διατηρήσει την ψυχραιμία του για να εκδώσει μια δίκαιη απόφαση;

Κλείνοντας, η αποκάλυψη του Γιώργου Φλωρίδη ότι κάποιο «χέρι» κατέβαζε τις ασφάλειες και κοβόταν το ρεύμα, κατά τη διάρκεια της επεισοδιακής πρώτης ημέρας της δίκης, επιβεβαιώνει την πρόθεση όσων δεν θέλουν να ξεκινήσει η δίκη ώστε να συνεχιστεί η ταλαιπωρία των οικογενειών των θυμάτων.

Τέτοιες ενέργειες αποσκοπούν στη δημιουργία «μπάχαλου» και στην υπονόμευση της δικαστικής διαδικασίας, αλλά και στρέφονται ευθέως κατά της δημοκρατίας και των θεσμών.