Αρχηγός της εθνικής ομάδας της Γαλλίας στο Μουντιάλ του 1930 ήταν ο αλγέρικης καταγωγής Αλέξ Βιγιαπλάν.
Αγωνιζόταν ως μέσος, συμμετείχε με τους «μπλε» στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1928 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του ’30 φορούσε το περιβραχιόνιο, γεγονός που τότε θεωρήθηκε ως η κορυφαία στιγμή της καριέρας του.
Το 1933 από την ομάδα της Λιλ αφαιρέθηκε ο τίτλος του γαλλικού, πρώτου επαγγελματικού στην ιστορία της χώρας, πρωταθλήματος ελέω εμπλοκής σε στήσιμο αγώνων στους τελικούς ενάντια στην Αντίμπ, όπου αγωνιζόταν τότε ο Βιγιαπλάν. Παρότι υπήρχαν ισχυρές υποψίες εις βάρος του, δεν τιμωρήθηκε. Έκτοτε έχασε σταδιακά το ενδιαφέρον του για το ποδόσφαιρο και άρχισε να συχνάζει σε ιπποδρομίες. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια επιστροφής στα γήπεδα με την Μπαστιντιέν στη β’ κατηγορία, όμως ολοκλήρωσε τη σεζόν στη… φυλακή, καταδικασμένος σε εγκλεισμό έξι μηνών για εμπλοκή σε σκάνδαλο στημένων ιπποδρομιών.
Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Βιγιαπλάν ενεπλάκη στη μαύρη αγορά στο Παρίσι και σε εκβιασμούς εις βάρος της τοπικής εβραϊκής κοινότητας. Το 1940 καταδικάστηκε σε δίμηνη φυλάκιση για κατοχή κλοπιμαίων. Μέσω του εγκληματικού του παρελθόντος ήρθε σε επαφή με τη λεγόμενη «γαλλική Γκεστάπο», την Carlingue, οργάνωση που συγκροτήθηκε από το Ράιχ για την καταπολέμηση της γαλλικής αντίστασης. Η οργάνωση διοικούνταν από τους Ανρί Λαφόν και Πιερ Μπονί και αποτελούνταν από εγκληματίες που συνεργάζονταν με τις ναζιστικές αρχές. Ο Βιγιαπλάν ειδικεύτηκε σε εκβιασμούς εμπόρων χρυσού. Το 1943 συνελήφθη από τα SS για κλοπή πολύτιμων λίθων και φυλακίστηκε στο στρατόπεδο της Κομπιέν, όμως ο Λαφόν πέτυχε την αποφυλάκισή του. Λίγο αργότερα συμμετείχε στη σύλληψη της αντιστασιακής Ζενεβιέβ ντε Γκoωλ, ανιψιάς του στρατηγού Σαρλ ντε Γκωλ, μαζί με δεκάδες μέλη του δικτύου Défense de la France.
Το 1944 ανέλαβε επικεφαλής ενός από τα πέντε τμήματα της βορειοαφρικανικής Ταξιαρχίας, εγκληματικής οργάνωσης μεταναστών από τη Βόρεια Αφρική που συνεργάζονταν με τους Ναζί κατά των Γάλλων αντιστασιακών. Λόγω της αγριότητας των ανδρών του απέκτησε το προσωνύμιο «SS Μοχάμεντ» και έλαβε τον βαθμό και τη στολή του SS-Untersturmführer (ανθυπολοχαγός). Στις 11 Ιουνίου 1944, μία ημέρα μετά τη σφαγή στο Οραντούρ-σιρ-Γκλαν, η μονάδα του εκτέλεσε 52 άτομα στο Μουσιντάν, με μαρτυρίες να τον εμπλέκουν άμεσα στους πυροβολισμούς ενώ συμμετείχαν και σε άλλες σε λεηλασίες και εκτελέσεις. Ο Βιγιαπλάν συνελήφθη στο Παρίσι στις 24 Αυγούστου 1944, κατά την απελευθέρωση. Στις 12 Δεκεμβρίου καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία και εγκλήματα πολέμου. Εκτελέστηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1944 στις 10:15 το πρωί, μαζί με τους Μπονί, Λαφόν και πέντε ακόμη καταδικασθέντες, στο φρούριο του Μοντρούζ. Σύμφωνα με μαρτυρία, λίγο πριν την εκτέλεση ο Λαφόν τού είπε: «Αυτό το πέναλτι δεν θα μπορέσεις να το αποκρούσεις», παρότι ο Βιγιαπλάν δεν ήταν τερματοφύλακας…
🏆 Περισσότερες ιστορίες σαν κι αυτή, σε μια έρευνα 640 σελίδων σε μεγάλο μέγεθος, μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο «Μουντιάλ εμπιστευτικό» που κυκλοφορεί από τη Historical Quest.