Ο Ζοάο Σαλντάνια ανέλαβε την εθνική μέσα στη στρατιωτική δικτατορία , έχτισε την ομάδα του 1970, συγκρούστηκε με τον πρόεδρο Μέντιτσι και απολύθηκε μόλις 78 ημέρες πριν από το Μουντιάλ του Μεξικού.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η Βραζιλία βρισκόταν υπό το πιο σκληρό στάδιο της στρατιωτικής δικτατορίας. Μετά το διαβόητο διάταγμα AI-5 του 1968, οι πολιτικές ελευθερίες είχαν ουσιαστικά καταργηθεί, ενώ το καθεστώς του στρατηγού Εμίλιο Μέντιτσι αναζητούσε μια μεγάλη επιτυχία που θα ενίσχυε την εικόνα του στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Το ποδόσφαιρο ήταν το ιδανικό μέσο και το Μουντιάλ του 1970 αποτελούσε τη μεγάλη ευκαιρία. 

Παράδοξα, η εθνική ομάδα ανατέθηκε σε έναν άνθρωπο που βρισκόταν στον αντίποδα του καθεστώτος. Ο Ζοάο Σαλντάνια ήταν δηλωμένος κομμουνιστής, μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας, γνωστός δημοσιογράφος και ιδιαίτερα αιχμηρός επικριτής της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας. Ο πρόεδρός της, Ζοάο Χαβελάνζε, πήρε το ρίσκο να τον προσλάβει στις αρχές του 1969, θεωρώντας ότι ο άνθρωπος που ασκούσε καθημερινά δριμεία κριτική μπορούσε να αναμορφώσει την εθνική. Παρότι είχε να εργαστεί ως προπονητής σχεδόν μία δεκαετία, ο Σαλντάνια ανέλαβε αποφασισμένος να λειτουργήσει χωρίς παρεμβάσεις. 

Από την πρώτη ημέρα ανακοίνωσε δημόσια τον βασικό κορμό της ομάδας και επέβαλε τη δική του φιλοσοφία. Δημιούργησε την περίφημη Βραζιλία των «πέντε δεκαριών», χωρώντας στην ίδια ενδεκάδα τους Πελέ, Τοστάο, Ριβελίνο, Ζέρσον και Ζαϊρζίνιο. Η ομάδα απέδωσε εντυπωσιακό ποδόσφαιρο, πέτυχε έξι νίκες σε ισάριθμους αγώνες στα προκριματικά του Μουντιάλ με 23 γκολ υπέρ και μόλις δύο κατά, ενώ παράλληλα αποδέχθηκε τη χρήση πρωτοποριακών μεθόδων φυσικής κατάστασης που εισήγαγε το επιτελείο του Κλαούντιο Κοουτίνιο. Η «σελεσάο» απέκτησε ξανά αγωνιστική ταυτότητα και ο κόσμος πίστεψε ότι μπορούσε να επιστρέψει στην κορυφή. 

Η επιτυχία όμως δεν αρκούσε. Ο Μέντιτσι απαιτούσε την κλήση του αγαπημένου του επιθετικού Νταντά Μαραβίγια. Ο Σαλντάνια αρνήθηκε κατηγορηματικά, απαντώντας πως ο πρόεδρος επιλέγει τους υπουργούς του και ο ίδιος τους ποδοσφαιριστές του. Η δημόσια αυτή σύγκρουση, σε συνδυασμό με τις πολιτικές του πεποιθήσεις, τον εκρηκτικό χαρακτήρα του και τις διαφωνίες του ακόμη και γύρω από τον Πελέ, έδωσαν στο καθεστώς την αφορμή που αναζητούσε. Επισήμως απομακρύνθηκε λόγω «συναισθηματικής αστάθειας». Στην πραγματικότητα, η άρνησή του να δεχθεί πολιτικές παρεμβάσεις αποδείχθηκε καθοριστική. Απολύθηκε μόλις 78 ημέρες πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου. 

Τη θέση του ανέλαβε ο Μάριο Ζαγκάλο, ο οποίος δεν άλλαξε τον κορμό που είχε δημιουργήσει ο προκάτοχός του. Διατήρησε τη φιλοσοφία, τους περισσότερους ποδοσφαιριστές και το αγωνιστικό μοντέλο του Σαλντάνια, προσθέτοντας μόνο τον Νταντά στην αποστολή χωρίς να του δώσει ούτε λεπτό συμμετοχής στο Μουντιάλ. Η Βραζιλία κατέκτησε το τρόπαιο με ποδόσφαιρο που πολλοί θεωρούν ακόμη το κορυφαίο όλων των εποχών. Την αναγνώριση όμως εισέπραξε κυρίως ο Ζαγκάλο, ενώ ο άνθρωπος που είχε χτίσει τα θεμέλια της ομάδας έμεινε στη σκιά, πληρώνοντας το τίμημα της σύγκρουσής του με μια δικτατορία που δεν ανεχόταν καμία μορφή ανεξαρτησίας.

🏆 Περισσότερες ιστορίες σαν κι αυτή, σε μια έρευνα 640 σελίδων σε μεγάλο μέγεθος, μπορείτε να διαβάσετε στο βιβλίο «Μουντιάλ εμπιστευτικό» που κυκλοφορεί από τη Historical Quest