Προβληματισμό προκαλεί η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που αποκαλύπτει ότι την περίοδο 2021-2023 διατέθηκαν από την Κομισιόν σε διάφορες ΜΚΟ 4,8 δισ. ευρώ.
Κι ενώ τα σαΐνια της ερευνητικής δημοσιογραφίας σε συνεννόηση με τα «λαχανάκια» Βρυξελλών–που εξάγονται από τις υπεράνω υποψίας ανταποκρίσεις και εισάγονται αδασμολόγητες από τα εδώ ΜΜΕ προκειμένου να τροφοδοτήσουν τα πολιτικά κόμματα– ασχολούνται με τα 73.000 ευρώ δηλωμένα και φορολογημένα του Δημήτρη Αβραμόπουλου, τα δισεκατομμύρια με τα οποία χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι ΜΚΟ φαίνεται ότι δεν απασχολούν στην Ελλάδα την ερευνητική δημοσιογραφία και τα κατά τεκμήριο… έγκυρα μέσα ενημέρωσης.
Προφανώς, διαφορετικά τα μεγέθη και τα επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά το ποσό που ερευνάται βάσει της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για την περίοδο 2021- 2023 –το οποίο διατέθηκε σε ΜΚΟ– της τάξης των 7,4 δισ. ευρώ προκαλεί ίλιγγο! Και μάλιστα τα 4,8 δισ. προήλθαν απευθείας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Πριν από περίπου δύο μήνες η κεντροδεξιά πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου παρέτεινε τη λειτουργία της εξεταστικής επιτροπής που ερευνά την υπόθεση προκειμένου να ελεγχθεί η διαφάνεια αυτών των κονδυλίων. Εξετάζεται εάν μέρος αυτών των κονδυλίων χρησιμοποιήθηκε για την άσκηση πολιτικής πίεσης (lobbying) υπέρ πρωτοβουλιών όπως η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε μια κραυγαλέα ομοιότητα της φράσης που προέρχεται από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, την οποία ο Χριστός χρησιμοποίησε για να ψέξει τους Φαρισαίους για την υποκρισία τους: «διυλίζετε τον κώνωπα ενώ καταπίνετε την κάμηλο». Εν προκειμένω με την περίπτωση Αβραμόπουλου, ενώ το ποσό των 7 δισεκατομμυρίων αφορά τον ευρύτερο έλεγχο της διαχείρισης των ευρωπαϊκών πόρων προς τις ΜΚΟ. Η υπόθεση των 73.000 ευρώ μεικτά αποτελεί μέρος μιας συγκεκριμένης ποινικής και πολιτικής έρευνας για πιθανή επιρροή προσώπων, γι' αυτό και τα δύο θέματα προσελκύουν το ενδιαφέρον της δημοσιότητας με διαφορετικό τρόπο.
Πρόκειται για μια συνηθισμένη τακτική με την οποία λειτουργούν τα μέσα ενημέρωσης και η κοινή γνώμη, καθώς η προσοχή συχνά εστιάζει στα πρόσωπα και όχι στο σύστημα. «Πουλάει», όπως λέμε στη γλώσσα μας, πιο εύκολα στο κοινό η ενασχόληση με την ιστορία ενός γνωστού πολιτικού προσώπου (όπως, π.χ., ο Αβραμόπουλος) παρά με τον χαοτικό και γραφειοκρατικό έλεγχο των 7,4 δισεκατομμυρίων ευρώ της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Εν ολίγοις, οι ιστορίες με «κώνωπες» που ερευνώνται παράγουν πρωτοσέλιδα και δωρεάν τηλεοπτικό χρόνο σε σχέση με τις «δυσνόητες» για το ευρύ κοινό εκθέσεις Ελεγκτικών Συνεδρίων με τα δισεκατομμύρια της «καμήλου», τα οποία και λόγω των σχέσεων του Τύπου με τις επιχειρήσεις που διαφημίζονται (π.χ. ενέργεια) περνούν στα ψιλά.
Αυτό αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η χρηματοδότηση συχνά συγχέεται με την αντικειμενικότητα, προκαλώντας έντονες συζητήσεις για το ποιος ελέγχει τελικά τους ελεγκτές. Η Ευρωπαϊκή Ενωση διαθέτει συγκεκριμένα κονδύλια για τη στήριξη της διασυνοριακής δημοσιογραφίας (όπως μέσω του προγράμματος Creative Europe και του ταμείου IJ4EU Investigative Journalism for Europe, τα οποία συχνά διαχειρίζονται ΜΚΟ.
«Ευαίσθητα» θέματα
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί δύο αντίρροπες οπτικές, σύμφωνα με την έρευνα που διενεργήσαμε με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης: Η ΕΕ υποστηρίζει ότι τα παραδοσιακά ΜΜΕ υποφέρουν οικονομικά, κάτι που τα καθιστά ευάλωτα σε εγχώρια πολιτικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα. Συνεπώς, χρηματοδοτώντας ανεξάρτητες κοινοπραξίες ερευνητών, θεωρητικά ενισχύεται η διαφάνεια και ο έλεγχος των ίδιων των κυβερνήσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισάγει ρήτρες ανεξαρτησίας ώστε να μην παρεμβαίνει στο συντακτικό έργο. Ωστόσο υπάρχει και άλλη όψη όπου οι δημοσιογράφοι ή οι ΜΚΟ που λαμβάνουν αυτά τα χρήματα, ακόμη και χωρίς άμεση λογοκρισία, τείνουν να ερευνούν θέματα που ευθυγραμμίζονται με τις προτεραιότητες των Βρυξελλών (π.χ., κλιματική αλλαγή, κράτος δικαίου σε συγκεκριμένες χώρες) και να αποφεύγουν τη σκληρή κριτική στους ίδιους τους κεντρικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια μορφή επιλεκτικής ευαισθησίας η οποία δημιουργεί την αίσθηση ότι ορισμένες έρευνες «κατασκευάζονται» ή μεγεθύνονται για να δικαιολογήσουν την απορρόφηση των κονδυλίων.
Κι ενώ η κοινή γνώμη εστιάζει στα πρόσωπα, οι μηχανισμοί που διαμορφώνουν την ίδια την πληροφόρηση και την πολιτική ατζέντα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο χρηματοδοτούνται με εκατομμύρια ευρώ, περνώντας σε μεγάλο βαθμό κάτω από το ραντάρ του μέσου πολίτη.
Σε ό,τι αυτό αφορά την ελληνική πραγματικότητα, οι «χορηγούμενες» δημοσιογραφικές έρευνες προέρχονται κυρίως από πηγές, όπου καθεμία από αυτές έχει τη δική της στόχευση: Πολλά ανεξάρτητα ελληνικά ερευνητικά μέσα και δημοσιογραφικές κοινοπραξίες επιβιώνουν αποκλειστικά μέσω χρηματοδοτήσεων (grants) από ξένους οργανισμούς (π.χ., Open Society Foundations, Journalismfund Europe, Global Investigative Journalism Network κ.ά.).
Αυτές οι έρευνες τις περισσότερες φορές ασχολούνται με θέματα που ενδιαφέρουν τους ξένους χρηματοδότες –με ιδιαίτερη έμφαση στο μεταναστευτικό, στα ανθρώπινα δικαιώματα ή ζητήματα που άπτονται των θεσμών– παραβλέποντας θέματα εσωτερικής επικαιρότητας.
Μεγάλα ελληνικά κοινωφελή ιδρύματα ή μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι χρηματοδοτούν άμεσα ή έμμεσα δημοσιογραφικά συνέδρια, υποτροφίες και παραγωγές ερευνών. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη ως προς το αν και κατά πόσον αυτά τα μέσα μπορούν να ελέγξουν με την ίδια αυστηρότητα τις δραστηριότητες των συγκεκριμένων ιδρυμάτων ή των επιχειρήσεων που σχετίζονται με αυτά.
Εξηγήσιμες… εμμονές
Σ’ αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο πληροφόρησης της κοινής γνώμης παρατηρείται μια εμμονή των ΜΚΟ με το κράτος δικαίου, τη διαφάνεια και τα δικαιώματα, οι οποίες συντάσσουν εκθέσεις που υποβάλλονται απευθείας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επίσημη ετήσια έκδοση για το κράτος δικαίου.
Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, με τα θέματα αυτά ασχολούνται οργανώσεις όπως η Vouliwatch, η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Homo Digitalis, η οργάνωση με την ονομασία Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA) όπως και το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, η HIAS Ελλάδος, καθώς και τα δημοσιογραφικά ερευνητικά δίκτυα (Reporters United & Solomon). Ολες οι οργανώσεις χρηματοδοτούνται κατά κύριο λόγο από τα ευρωπαϊκά προγράμματα της Γενικής Διεύθυνσης Δικαιοσύνης της ΕΕ, διεθνή ιδρύματα (όπως τα EEA Grants της Νορβηγίας/Ισλανδίας ή το Open Society Foundations), αλλά και ιδιωτικές δωρεές και συνδρομές μελών.
Ακριβώς επειδή η χρηματοδότησή τους προέρχεται από εξωτερικές πηγές, οι εκθέσεις τους συχνά εγείρουν ερωτήματα και κατηγορίες για πολιτική σκοπιμότητα αφού η αντιπολίτευση τις χρησιμοποιεί με σκοπό να καταγγείλει την κυβέρνηση.
Χειραγώγηση με καραμπινάτα παραδείγματα
Να σημειωθεί ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν γνώση ότι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται σ’ αυτά έχουν παράλληλη απασχόληση στις ΜΚΟ καθώς αυτή η σχέση ρυθμίζεται από αυστηρούς κανόνες, αν και ο βαθμός ενημέρωσης του κοινού (των αναγνωστών ή τηλεθεατών) διαφέρει ανάλογα με το αν πρόκειται για παραδοσιακά ή ανεξάρτητα μέσα. Ωστόσο ενώ ο τηλεοπτικός σταθμός ή η εφημερίδα έχει ενημέρωση για τη δραστηριότητα των συνεργατών του, η κοινή γνώμη δεν τη γνωρίζει.
Οταν ο δημοσιογράφος εμφανίζεται στην τηλεόραση ή υπογράφει ένα άρθρο, δεν υπάρχει κάποια σήμανση (disclaimer) που να αναφέρει: «Ο δημοσιογράφος έλαβε χρηματοδότηση από το τάδε ευρωπαϊκό ταμείο για μια παράλληλη έρευνα». Ετσι, το κοινό συχνά αγνοεί αυτή την εργασιακή σχέση, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ως χειραγώγηση.
Το είδαμε να συμβαίνει στον τρόπο που παρουσιάστηκε η τραγωδία στα Τέμπη ως «έγκλημα», η διαστρέβλωση των στοιχείων στην υπόθεση των παρακολουθήσεων με σκοπό να προκληθεί σύγχυση στην κοινή γνώμη μεταξύ των νόμιμων παρακολουθήσεων με το Preadator, αλλά και η εργαλειοποίηση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ.