Η επένδυση που έχει γίνει στην τοξικότητα και στη δημιουργία ενός ακραία πολωτικού και αρνητικού κλίματος είναι σαφής.

Όπως και η προσπάθεια να διαμορφωθεί μια ατζέντα στον δημόσιο βίο που απέχει μακράν της πολιτικής αλλά και των προβλημάτων των πολιτών σε συνδυασμό με την κρίση από την πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή.

Σαφής όμως είναι και η προσπάθεια που βρίσκεται σε εξέλιξη και έχει στόχο τον πρωθυπουργό, η αποδόμηση του οποίου είναι πλέον στο επίκεντρο παραγόντων και εντός και εκτός πολιτικής. Άλλωστε μόνο αν πληγεί ο επικεφαλής είναι εφικτή η υλοποίηση των σεναρίων που θέλουν από πρόωρες εκλογές μέχρι «οικουμενικές κυβερνήσεις».

Ζούμε ένα ριμέικ της συμμαχίας του ξυλολίου που πέρυσι από τον Ιανουάριο και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα αποτέλεσε την αιχμή της αντιπολιτευτικής τακτικής κατά της κυβερνώσας παράταξης και του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τα περί «ενορχηστρωτή της συγκάλυψης» και τα «κυβέρνησης δολοφόνων» απλά έδωσαν τη θέση τους στα περί «γαλάζιας συμμορίας» και «προκαθήμενου», όπως τον αποκάλεσε μια «πολιτική ψυχή» που ετοιμάζεται να επιστρέψει στην κεντρική πολιτική σκηνή εκτιμώντας πιθανότατα ότι η δημιουργία συνθηκών «οργής» ανοίγει τον δρόμο για ένα «κύμα» που θα φέρει κάποιον… αντισυστημικό στην εξουσία.

Το μοτίβο είναι χαρακτηριστικό. Ο στόχος ίδιος, αλλάζουν μόνο τα σενάρια. Το πρόβλημα είναι πως πλέον σε αυτά μετέχουν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ακόμη και αυτοί που έχουν κυβερνήσει στο παρελθόν και επιλέγουν την αντισυστημικότητα ψαρεύοντας σε μια δεξαμενή ψηφοφόρων που διαλέγουν το μπάχαλο από τη σταθερότητα.

Η «ανθρωποφαγία» για την οποία μίλησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, το Σάββατο, είναι αυτό ακριβώς το σημείο που επιβεβαιώνει και αναδεικνύει την τακτική των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Είναι η ίδια ακριβώς τακτική που οδήγησε στη συγκυβέρνηση Τσίπρα- Καμμένου το 2015 με τις γνωστές –δυστυχώς σε όλους– επιπτώσεις.

Είναι αυτή που επέτρεψε στις σειρήνες του λαϊκισμού να κυριαρχήσουν και να επιβάλουν το σύνθημα «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» καθώς και το «ή αυτοί ή εμείς». Αυτό επιχειρείται να επαναληφθεί στην αναζήτηση μιας αρνητικής ψήφου ως αντιστάθμισμα στην απουσία τεκμηριωμένου προγραμματικού λόγου και προτάσεων που αφορούν άμεσα τους πολίτες και την καθημερινότητά τους.

Υπάρχει θέμα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας; Κανείς δεν το αρνείται αυτό. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει αναγνωρίσει το λάθος και έχει προβεί σε διορθωτικές κινήσεις. Και σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις βουλευτών που πρέπει να διερευνηθούν μέχρι τέλους και να αποδοθούν και ευθύνες, εφόσον προκύψουν.

Άλλο αυτό και άλλο να τσουβαλιάζουμε τα πάντα και τους πάντες διότι αυτό βολεύει ένα αφήγημα. Εκτός κι αν κάποιοι πιστεύουν ότι τα βουλευτικά γραφεία δεν πρέπει να μεταφέρουν και τα αιτήματα των πολιτών, εφόσον αυτά είναι νόμιμα ή ρωτώντας αν είναι νόμιμα τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ή αν θεωρεί κανείς ότι αυτή η σχέση βουλευτή-ψηφοφόρου ξεκίνησε ξαφνικά το 2021 και δεν υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια.

Το θέμα δεν είναι ο συμψηφισμός. Το θέμα είναι να αντιμετωπιστεί το βαθύ κράτος και οι σχέσεις που αναπτύσσονται σε αυτό σε όλα τα επίπεδα. Δεν γίνεται όμως με την τοξικότητα και τη λάσπη, με το τσουβάλιασμα και την ανθρωποφαγία. Και σίγουρα δεν λύνεται με αυτού του είδους την αντιπολίτευση που απλά επιβεβαιώνει την αγωνία κάποιων –εντός και εκτός πολιτικής– και τη στοχοποίηση του πρωθυπουργού.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»