Aν κάποιος πιστεύει ότι αυτή η χώρα τα καλοκαίρια ζει σε ειρήνη, κάνει λάθος. Κάνει μεγάλο λάθος.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο. Έναν πόλεμο με τις φλόγες. Με το που σηκώνονται οι ισχυροί άνεμοι, ξεσπούν φωτιές. Όχι σε ένα σημείο, αλλά ταυτόχρονα σε πολλές γωνιές της χώρας.
Χθες τρεις άνθρωποι πέθαναν ενώ προσπαθούσα να σβήσουν τις φλόγες. Έπεσαν φορώντας στολή, έπεσαν προσπαθώντας να σβήσουν φωτιές για μένα και για σένα. Έπεσαν προσπαθώντας να προστατεύσουν όχι μόνο τα δάση και τη φύση, αλλά και τις ίδιες τις ανθρώπινες ζωές. Έπεσαν για κάθε έναν που θέλει να αναπνέει οξυγόνο σε αυτή τη χώρα, για κάθε έναν από εμάς που θέλει να βλέπει τη φύση να παραμένει ζωντανή.
Χθες τρεις άνθρωποι χάθηκαν μέσα στις φωτιές. Αλλά δεν είναι τρεις. Δεν είναι ένας αριθμός. Είναι τρεις οικογένειες που βυθίστηκαν στο πένθος. Είναι όνειρα που έμειναν στη μέση. Είναι ζωές που κόπηκαν βίαια. Είναι άδεια πιάτα και άδεια σερβίτσια στα γιορτινά τραπέζια. Είναι καντήλια που θα καίνε ασταμάτητα μέσα σε σπίτια. Είναι μάνες μαυροφορεμένες πάνω από κρύα μάρμαρα. Είναι παιδιά που θα μεγαλώσουν με μια απουσία που δεν αναπληρώνεται.
Δεν μπορεί μια κοινωνία να ακούει πως άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους την ώρα που κάνουν το καθήκον τους και να το αντιμετωπίζει ως άλλη μία είδηση της ημέρας. Άνθρωποι που βγήκαν για το μεροκάματο, εργαζόμενοι εν ώρα εργασίας.
Και γι’ αυτό οι απώλειες αυτές δεν πρέπει ποτέ να γίνουν αριθμοί. Δεν πρέπει ποτέ να γίνουν συνήθεια. Γιατί πίσω από κάθε στολή πυροσβέστη υπάρχει ένας άνθρωπος. Και πίσω από κάθε άνθρωπο υπάρχει μια ζωή γεμάτη όνειρα, μια οικογένεια που περιμένει να ανοίξει η πόρτα, μια αγκαλιά που από χθες θα περιμένει για πάντα.