Με εμφανή διάθεση… πολιτικής επαναφοράς, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε την παρουσίαση βιβλίου για τον Γιάννη Μπουτάρη ως βήμα για να ξαναζεστάνει το αφήγημα της Συμφωνίας των Πρεσπών και να μοιράσει –εκ νέου– μαθήματα «προοδευτικού πατριωτισμού».

Με το βλέμμα στραμμένο στην επόμενη πολιτική του κίνηση και τα σενάρια για νέο κόμμα να πυκνώνουν, ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει με μια δοκιμασμένη –και εμφανώς φθαρμένη– συνταγή: Πρέσπες, «προοδευτικός πατριωτισμός» και γενικές καταγγελίες για το πολιτικό σύστημα. Επιχειρώντας να ξαναγράψει το πολιτικό αφήγημα της διακυβέρνησής του, επαναφέρει μια συμφωνία που δίχασε και μια ρητορική που δοκιμάστηκε στην πράξη, την ώρα που αποφεύγει επιμελώς κάθε ουσιαστική αυτοκριτική για τις δικές του ευθύνες.

Ο πρώην πρωθυπουργός επανέφερε τη γνωστή ρητορική περί «διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στον πατριωτισμό και την πατριδοκαπηλία», παρουσιάζοντας τη Συμφωνία των Πρεσπών ως κορυφαία στιγμή πολιτικού θάρρους. Μόνο που η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά διαφορετική: πρόκειται για μια επιλογή που δίχασε βαθιά την ελληνική κοινωνία και κόστισε πολιτικά στον ίδιο, κάτι που σήμερα επιχειρεί να επαναπλαισιώσει ως… ιστορική δικαίωση.

Ξέπλυμα σε μια περίοδο που αναζητά εκ νέου πολιτικό ρόλο

Με νοσταλγικό τόνο, ο κ. Τσίπρας αναφέρθηκε στον Γιάννη Μπουτάρη, επιχειρώντας να ταυτίσει τη στάση του με μια «προοδευτική» γραμμή απέναντι στον εθνικισμό. Ωστόσο, η επίκληση του παρελθόντος δεν αρκεί για να καλύψει το προφανές: ότι ο ίδιος ανακυκλώνει τα ίδια επιχειρήματα σε μια περίοδο που αναζητά εκ νέου πολιτικό ρόλο.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η ευκολία με την οποία ο πρώην πρωθυπουργός επιτίθεται συλλήβδην στο πολιτικό σύστημα, κάνοντας λόγο για «ανικανότητα» και «διαφθορά». Πρόκειται για μια γνώριμη τακτική αποστασιοποίησης από ένα σύστημα στο οποίο όχι μόνο συμμετείχε, αλλά και διαμόρφωσε ως κεντρικός πρωταγωνιστής επί σειρά ετών.

Η ειρωνεία είναι προφανής: ο ίδιος πολιτικός που κυβέρνησε τη χώρα σε μια από τις πιο κρίσιμες περιόδους, εμφανίζεται σήμερα ως παρατηρητής που διαπιστώνει… παθογένειες. Χωρίς αυτοκριτική, χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις, αλλά με άφθονες γενικόλογες διαπιστώσεις.

Σε μια συγκυρία όπου οι πολιτικές εξελίξεις επιταχύνονται και τα σενάρια για νέο πολιτικό φορέα επανέρχονται στο προσκήνιο, οι παρεμβάσεις Τσίπρα μοιάζουν λιγότερο με ουσιαστική συμβολή στον δημόσιο διάλογο και περισσότερο με δοκιμαστικές εμφανίσεις ενός γνώριμου έργου. Ένα έργο που, παρά τις προσπάθειες επανασυσκευασίας, δύσκολα πείθει ότι έχει κάτι νέο να πει.