Ο ένας καταγγέλλει «διαπλοκή», ο άλλος κάνει πολιτικό rebranding με ιστορικά ακρωνύμια και το ΠΑΣΟΚ  παρακολουθεί αμήχανα.

Η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα έχει καταφέρει κάτι σχεδόν αδιανόητο. Κάθε φορά που επιχειρεί «επανεκκίνηση», καταλήγει να παράγει ακόμη μεγαλύτερο χάος. Η υπόθεση της νέας πολιτικής κίνησης του Αλέξη Τσίπρα με το όνομα «ΕΛ.Α.Σ» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και όχι μόνο για το ίδιο το όνομα, που ήδη προκαλεί αντιδράσεις, αλλά για όσα αποκαλύπτονται γύρω από το παρασκήνιο, τις συνεννοήσεις και τις προσωπικές φιλοδοξίες.

Ο Στέφανος Κασσελάκης βγήκε δημόσια και ουσιαστικά περιέγραψε μια πολιτική σαλάτα εξουσίας. Σύμφωνα με όσα είπε, άνθρωποι από το περιβάλλον Τσίπρα τού έκαναν «νύξεις» ώστε να συμμετάσχει στο νέο εγχείρημα ως… αντιπρόεδρος, με τον ΣΥΡΙΖΑ να μετατρέπεται σε… συνιστώσα. Μαζί και το ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή, δύο κόμματα που επί χρόνια διαγκωνίζονται για την ηγεμονία στον χώρο υποτίθεται ότι θα έμπαιναν κάτω από μια νέα ομπρέλα, με νέο λογότυπο και νέο αφήγημα.

Η ειρωνεία της ιστορίας

Εδώ υπάρχει μια μικρή ειρωνεία της ιστορίας. Η παράταξη που επί μία δεκαετία μιλούσε για «παλιό πολιτικό σύστημα», «διαπλοκή» και «νέα ήθη», σήμερα εμφανίζεται να συζητάει παρασκηνιακές συγκολλήσεις, θέσεις αντιπροέδρων και πολιτικές μετακομίσεις λες και πρόκειται για εταιρική συγχώνευση.

Και μάλιστα, ο ίδιος ο Κασσελάκης κατήγγειλε ότι το σχέδιο αφορούσε έναν φορέα «συμβιβασμένο με τη διαπλοκή». Βαρύτατη κουβέντα. Ειδικά όταν προέρχεται από πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ και άνθρωπο που μέχρι πριν από λίγους μήνες παρουσιαζόταν ως το «νέο αίμα» της παράταξης.

Το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι πως κανείς δεν μοιάζει πραγματικά να ασχολείται με πολιτική ουσία. Ούτε πρόγραμμα, ούτε οικονομία, ούτε θεσμικές παρεμβάσεις. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιος μίλησε με ποιον, ποιος θα ήταν αντιπρόεδρος και ποιος θα κρατούσε τα κλειδιά του νέου μαγαζιού. Κάπου εκεί, ο μέσος ψηφοφόρος απλώς κουράζεται. Και μάλλον δικαιολογημένα.

Το όνομα που άναψε φωτιές

Το άλλο μεγάλο ζήτημα είναι φυσικά το ίδιο το όνομα «ΕΛ.Α.Σ». Ο Τσίπρας προφανώς επιχείρησε να ενεργοποιήσει ιστορικά αντανακλαστικά και συναισθηματικούς συμβολισμούς στον χώρο της Αριστεράς. Μόνο που το σχέδιο γύρισε μπούμερανγκ σχεδόν αμέσως.

Ακόμη και ο Κασσελάκης χαρακτήρισε την επιλογή «προσβολή στην ιστορία της Αριστεράς» και «καπηλεία» ενός ιστορικού συμβόλου για λόγους πολιτικού rebranding. Και εδώ υπάρχει ένα προφανές ερώτημα. Όταν μέχρι και πρώην αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ σε κατηγορεί για πολιτικό μάρκετινγκ πάνω σε ιστορικά φορτισμένα ακρωνύμια, μήπως κάτι έχει πάει στραβά στον σχεδιασμό;

Η αλήθεια είναι ότι μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αντιμετωπίζει πλέον τέτοιες κινήσεις με δυσπιστία. Ο κόσμος του 2026 δεν ζει με συνθήματα του 1944. Ζητεί σταθερότητα, οικονομική προοπτική και σοβαρότητα. Όχι πολιτικούς λογότυπους που θυμίζουν περισσότερο επικοινωνιακή άσκηση παρά κυβερνητική πρόταση.

Η αντιπολίτευση αυτοδιαλύεται

Το πιο εντυπωσιακό μέσα σε όλο αυτό είναι πως η κυβέρνηση σχεδόν δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα. Η αντιπολίτευση αυτοδιαλύεται μόνη της σε δημόσια θέα.

Από τη μία, ο Τσίπρας επιχειρεί επιστροφή με νέο πολιτικό περιτύλιγμα. Από την άλλη, ο Κασσελάκης καταγγέλλει παρασκηνιακές συμφωνίες. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να φοβάται μήπως απορροφηθεί πολιτικά και οι ψηφοφόροι της Κεντροαριστεράς παρακολουθούν ένα ατελείωτο επεισόδιο εσωστρέφειας. Και κάπως έτσι, αντί να παράγεται εναλλακτική πρόταση εξουσίας, παράγεται μόνο θόρυβος. Πολύς θόρυβος. Λες και η ελληνική Κεντροαριστερά έχει αποφασίσει να λύσει τα προβλήματά της με… οικογενειακό καβγά σε ανοιχτή ακρόαση.

Γιατί τελικά, όταν όλοι κράζουν όλους, κάποιος τρίτος πάντα κερδίζει το παιχνίδι.

Και το ακόμη χειρότερο για τον χώρο της Κεντροαριστεράς είναι ότι μοιάζει να μην έχει καταλάβει γιατί έχασε την επαφή με την κοινωνία. Όταν η καθημερινότητα πιέζει με ακρίβεια, στεγαστικό, ασφάλεια και οικονομική αβεβαιότητα, οι πολίτες βλέπουν πολιτικούς να συζητούν για τίτλους, ρόλους και ιστορικά ακρωνύμια. Πολύ «βαριά» θεωρία, ελάχιστη πρακτική πολιτική.

Στο τέλος της ημέρας, η εικόνα που μένει είναι μία: ένας χώρος κατακερματισμένος, νευρικός και χωρίς σαφή πυξίδα. Και όσο συνεχίζεται αυτό το εσωτερικό ξεκατίνιασμα, τόσο θα ενισχύεται η αίσθηση ότι η χώρα, είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με την κυβέρνηση, δεν βλέπει απέναντί της σοβαρή και αξιόπιστη εναλλακτική λύση εξουσίας.