Οι επικεφαλής της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα αποτελούν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, τους πρωταρχικούς υπαίτιους του κατακερματισμένου και ανίσχυρου χώρου.
Οι αλλαγές που καταγράφονται στο πολιτικό τοπίο, μέρα με την ημέρα, καθώς πληθαίνουν οι δημοσκοπήσεις, δείχνουν πολλά. Η Νέα Δημοκρατία είναι σαφές ότι έχει απώλειες και μάλιστα αυτές είναι που ορίζουν πλέον τους δείκτες της κινητοποίησης και της εντατικοποίησης στον ρυθμό των μεταρρυθμίσεων με στόχο την αποκατάστασή τους.
Το ποσοστό της είναι κάτω από 30%, κάτι που είναι σχετικά αναμενόμενο, βάσει τόσο των εσωτερικών γεγονότων στα επτά χρόνια διακυβέρνησης όσο και των εξωγενών παραγόντων, όπως η ακρίβεια. Αυτό, όμως, που φαίνεται να έχει στοιχεία ανυπέρβλητης παραδοξότητας είναι η αδυναμία των Τσίπρα και Ανδρουλάκη να πείσουν την κοινή γνώμη ότι μπορούν να αναστήσουν το κεντροαριστερό αντίβαρο. Η εξήγηση δεν βρίσκεται στους ψηφοφόρους, βρίσκεται στους ηγέτες.
Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης αποτελούν, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, τους πρωταρχικούς υπαίτιους της κατακερματισμένης και ανίσχυρης Κεντροαριστεράς του 2026. Δεν πρόκειται για κάποια σκληρή κομματική κριτική αλλά για την αδυσώπητη καταγραφή της πολιτικής πραγματικότητας με… ονόματα και αποδείξεις.
Ο Αλέξης Τσίπρας ανήλθε στην εξουσία το 2015 έχοντας κεφαλαιοποιήσει, ακόμα και με τον γνωστό λαϊκισμό, την πρόθεση του εκλογικού σώματος να εμπιστευτεί, εν μέσω κρίσης και συλλογικής ανασφάλειας, τον κομματικό μηχανισμό που συστηνόταν ως Αριστερά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υποσχεθεί δωρεάν ρεύμα για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, κατάργηση του ΕΝΦΙΑ ως «φόρου-λαιμητόμος» και αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Και τις γνωστές υποσχέσεις τύπου «με έναν νόμο και ένα άρθρο». Τον Ιούλιο του 2015, έχοντας τιμήσει αυτήν την εμπιστοσύνη με ένα δημοψήφισμα που κατέληξε σε 61,38% υπέρ του «ΟΧΙ», η κυβέρνηση Τσίπρα επέλεξε να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο – το σκληρότερο εκ των τριών.
Στη συνέχεια, η απόλυτη απουσία ειλικρινούς πολιτικής λογοδοσίας, η οποία συνεχίζεται και στις μέρες μας, μετέτρεψε αυτό το «ΟΧΙ που έγινε «ΝΑΙ» σε ανοιχτή πληγή που δεν επουλώθηκε ποτέ. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η υποχώρηση αυτή καθαυτήν, αλλά η διαχείρισή της. Στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του ΣΚΑΙ «Στο χιλιοστό», η ελληνική κοινή γνώμη είχε την ευκαιρία τόσο να θυμηθεί όσο και να μάθει άγνωστες λεπτομέρειες, διόλου κολακευτικές για τους πρωταγωνιστές της εποχής.
Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας δεν στάθηκε απέναντι στη συντριβή με ανάλογη ωριμότητα. Αντί για σαφή αυτοκριτική, ακολούθησαν οι γνωστές διασπάσεις: η πρώτη, μετά τη νίκη του Κασσελάκη στις εσωκομματικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2023. Πέντε μήνες αργότερα, παραμονές του επεισοδιακού συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ στα… μπουζούκια, ο Τσίπρας αμφισβήτησε ανοιχτά τον Κασσελάκη. Το κόμμα που υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα είχε αγγίξει το 36% βρέθηκε να αυτοδιαλύεται σε σκηνές ελεγχόμενου χάους, πολλές εκ των οποίων ξεπερνούσαν τα όρια της φαρσοκωμωδίας.
Ο ίδιος μετά την έκδοση της «Ιθάκης» επέστρεψε πανηγυρικά. Με μπόλικους κεντροαριστερούς, κυρίως πασοκικούς για να λέμε την αλήθεια, συμβολισμούς, διεκδικεί με την ΕΛΑΣ τον ρόλο της εναλλακτικής λύσης απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Προχθές ανακοίνωσε και τους «σκιώδεις» τομεάρχες με πρόσωπα που έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο στην κάθετη πτώση του στο πρόσφατο παρελθόν. Ολα αυτά την ώρα που η τελευταία δημοσκόπηση του έδινε τη δεύτερη θέση με 14,5% με πρώτη τη Νέα Δημοκρατία με 28,1%. Σχεδόν διπλάσιο ποσοστό και κατά δύο μονάδες αυξημένο σε σχέση με έναν μήνα πριν.
Ακόμα πιο κάτω, στο 12,3% ο έτερος απογοητευτικός πόλος της ελληνικής Κεντροαριστεράς, το ΠΑΣΟΚ με τον Νίκο Ανδρουλάκη στο τιμόνι του.
Αν ο Αλέξης Τσίπρας αντιπροσωπεύει το ζωντανό παράδειγμα της αποτυχίας στον χειρισμό υψίστης σπουδαιότητας ζητημάτων, ο Νίκος Ανδρουλάκης αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τύπο ηγετικής αποτυχίας: την ακινησία μέσω της έλλειψης παραγωγής ζωντανού πολιτικού λόγου που πείθει για την προοπτική, το σχέδιο ή την έμπνευση.
Ο Ανδρουλάκης ανέλαβε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή συγκυρία. Το 2023, μετά τη συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ, φαινόταν να ανοίγει εκ νέου ο δρόμος για ένα κεντροαριστερό κόμμα που θα διεκδικούσε ηγεμονία στον χώρο. Αντ’ αυτού, το ΠΑΣΟΚ κατέληξε τρίτο στις ευρωεκλογές του 2024 με 12,8%, αποτυγχάνοντας να κατακτήσει τη δεύτερη θέση που αποτελούσε τον βασικό στρατηγικό στόχο.
Τώρα πολλά είναι τα στελέχη του που σκέφτονται πολύ σοβαρά το πολιτικό-επαγγελματικό μέλλον τους και ως εκ τούτου φλερτάρουν με την ιδέα της μετεγγραφής προς την Αμαλίας και τον Αλέξη Τσίπρα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ούτε το γεγονός ότι εδώ και καιρό στελέχη της Χαριλάου Τρικούπη έχουν εγείρει θέμα ηγεσίας, ούτε βέβαια και το «Αχ, ρε Ανδρέα» της Νάντιας Γιαννακοπούλου μπροστά στο μνήμα του Ανδρέα Παπανδρέου.
Το ερώτημα που τίθεται είναι σχετικά απλό: σε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει στεγαστική κρίση, εκτίναξη του κόστους ζωής και συστηματική αποδυνάμωση του δημόσιου τομέα – ποιος είναι ο λόγος που ένα κόμμα με κεντροαριστερή ταυτότητα δεν ανακτά ψηφοφόρους;
Σε ποιον απευθύνεται ο Ανδρουλάκης όταν μιλά ταυτόχρονα εναντίον της ΝΔ και εναντίον της Αριστεράς; Ούτε καν στο εσωκομματικό ακροατήριο του ΠΑΣΟΚ που φαίνεται να υποφέρει και αυτό από το ίδιο αυτοάνοσο νόσημα που ενώ είσαι άρρωστος σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι απόλυτα υγιής και μάλιστα να κάνεις σχέδια για νικηφόρο μέλλον. Ποιος δουλεύει για ποιον; Ή, μάλλον, ποιος δουλεύει ποιον;