Η δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη δεν ξεπήδησε από το πουθενά.

Δεν ήταν μια μηχανιστική ενέργεια κάποιων τυχαίων ανθρώπων που έδρασαν εγκληματικά μέσα στο πλαίσιο που οι ίδιοι είχαν φτιάξει στα κεφάλια και στις συνειδήσεις τους. Η πολιτική-τρομοκρατική βία, πάγιος κανόνας αυτός σε ολόκληρη την ιστορία της, ποτέ δεν εκδηλώνεται μέσα σε κενό αέρος.

Μπορεί να έχει δράστες περιθωριακούς, αλλά δεν εκδηλώνεται στο περιθώριο της κοινωνίας και της πολιτικής. Καλλιεργείται μεθοδικά ακόμα και αν δεν το καταλαβαίνουν αυτοί που την ποτίζουν.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τοξικότητα, ο λαϊκισμός, ο χυδαίος λόγος, η παρακμιακή και λούμπεν συμπεριφορά πολιτικών προσώπων, βοηθούσης και της σοσιαλμιντιακής πολιτισμικής κατρακύλας, λειτούργησαν όχι απλώς ως ποτιστήρια για την εκδήλωση βίαιων ενεργειών εναντίον «ιδεολογικών εχθρών» αλλά ως συστήματα αυτόματου ποτίσματος.

Είναι μια εκδοχή της ελληνικής τραγωδίας και αυτή. Να έχουν περάσει λίγες περισσότερες από 48 ώρες από τη δολοφονία της 72χρονης Βάγιας Νέστορα και τα πολιτικά άκρα να συνεχίζουν να ποτίζουν το δέντρο της τοξικότητας.

Είναι τα ίδια ακραία κόμματα και κομματίδια που με κάθε ευκαιρία, δοκιμάζοντας τις αντοχές του πολιτικού και κοινοβουλευτικού συστήματος, χυδαιολογούν κατά της ΝΔ «δολοφόνοι», «σκοτώσατε», «χούντα Μητσοτάκη» και άλλα παρόμοια και καταφανώς ανεύθυνα και εμπρηστικά. Ούτε και μπορεί εύκολα να ξεχάσει κανείς τις αναρτήσεις πρώην ευρωβουλευτή της Αριστεράς που χαρακτήριζε τη ΝΔ ως «φυτώριο δολοφόνων, παιδόφιλων, βιαστών, εγκληματιών… εθνικών βλαξ».

Εχουν περάσει 15 χρόνια από τότε που στους δρόμους της Αθήνας καταγράφονταν περιστατικά επιθέσεων εναντίον πολιτικών από ομάδες κουκουλοφόρων, θρεμμένων από μίσος, τοξικότητα και πολιτική τύφλωση, που ορμούσαν ως ορδές.

Κάτω από το φάντασμα της χρεοκοπίας, μετά το 2010, αρχές του 2011, η φωτιά φούντωνε ολοένα και περισσότερο. Ξεκινούσε από τις λεγόμενες «προγραφές» μέσω social, πήγαινε σε δημόσιες προσωπικές καταγγελίες, κάποιες φορές έφτανε ακόμα και σε αφισοκόλληση με τα προς τιμωρία πρόσωπα κολλημένα σε τοίχους και κολόνες. Μέχρι που οι δημόσιοι τιμωροί των λαϊκών δικαστηρίων τούς πετύχαιναν στον δρόμο.

Θυμόμαστε το ματωμένο πρόσωπο του Κωστή Χατζηδάκη στο κέντρο της Αθήνας, τον Δεκέμβριο του 2010. Θυμόμαστε τη μαζική επίθεση που εξαπέλυσαν τυπικά άγνωστοι εναντίον αυτοκινήτων και ό,τι άλλο έβρισκαν μπροστά τους, έξω από ταβέρνα στα Καλύβια, τον Μάρτιο του 2011 όπου μέσα έτρωγε ο αείμνηστος Θεόδωρος Πάγκαλος μαζί με 11 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ τους οποίους είχε καλέσει.

Η τότε ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ Ανατολική Αττικής έκανε λόγο για «πολίτες που διαμαρτύρονταν για ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο τους». Επαναλάμβανε, επί της ουσίας, το νομιμοποιητικό επιχείρημα της ακραίας βίας που είχε υιοθετήσει η τότε αγανακτισμένη εκδοχή της αντιπολίτευσης.

«Το γκαζάκι ήταν η σφαίρα τους»

«Το γκαζάκι ήταν η σφαίρα τους, εγώ και η κόρη μου θα σταθούμε δυνατοί», είπε χθες το πρωί ο Παναγιώτης Νέστορας, χήρος της δολοφονημένης Βάγιας. Η μικρή αλλά τόσο βαριά αυτή φράση δεν κρύβει τίποτα λιγότερο από το ότι τους τελευταίους μήνες η δραστηριοποίηση του βίαιου ακροαριστερού και αναρχικού χώρου έχει ενταθεί αισθητά. Ο αντισημιτισμός, μαζί με ένα ανανεωμένο κύμα αντιαμερικανισμού που τροφοδοτείται από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, λειτουργεί σαν πρόσθετος καταλύτης πάνω σε ένα ήδη ισχυρό αντισυστημικό υπόβαθρο.

Η τρομοκρατική ενέργεια στη Θεσσαλονίκη ήρθε σε μια στιγμή που η δημόσια σφαίρα είχε ήδη φορτιστεί επικίνδυνα, με δύο επεισόδια που συνέθεταν ένα κλίμα ανοχής απέναντι στη βία ως μέσο πολιτικής έκφρασης. Στις 27 Ιουνίου, μέλη του Ρουβίκωνα πραγματοποίησαν αυτό που οι ίδιοι ονόμασαν «αντισιωνιστική περιπολία» με συντεταγμένη πορεία, ομοιόμορφα μπλουζάκια με τη σημαία της Παλαιστίνης και στρατιωτικό βήμα. Η δημοκρατική κοινωνία της πόλης αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας κατήγγειλε ηχηρότατα την παρέλαση μίσους που θύμιζε τα Τάγματα Εφόδου των ναζί που κυνηγούσαν Εβραίους στο Βερολίνο.

Λίγες ημέρες αργότερα, στο ΑΠΘ, η Αστυνομία εκκένωσε μακροχρόνια κατάληψη χώρου του πανεπιστημίου, βρίσκοντας κοντάρια, αυτοσχέδια όπλα και υλικό που παρέπεμπε σε προετοιμασία για συγκρούσεις. Ο γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της ΝΔ, Κ. Κυρανάκης, δήλωσε δημόσια ότι η εμπρηστική επίθεση ήταν «αντίποινα» για την εκκένωση της κατάληψης στο ΑΠΘ.

Είναι τραγική αλλά πραγματική διαπίστωση. Το να διστάζει ένα πολιτικό κόμμα ή πρόσωπο να καταδικάσει ευθέως τη δολοφονία μιας γυναίκας σε μια τρομοκρατική ενέργεια ή να σκέφτεται πώς να το κάνει για να διατηρήσει τις γέφυρες με ό,τι νομίζει πως είναι το κοινό του, είναι κραυγαλέα απόδειξη παρακμής.