Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας, και η στέρεη βάση του αρχικού Συντάγματος εν έτει 1975, αποτελεί μία αντικειμενική πραγματικότητα, δοθέντος ότι, μετά την επταετή λαομίσητη δικτατορία, με την πρωτοβουλία του Εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή και εντεύθεν, η πορεία της Ελλάδος περιήχθη προς μία τροχιά, καθολικής εξαλείψεως των επενεχθεισών μετεμφυλιακών παθών και της μισαλλοδοξίας, ως επαχθή και μνησιπήμονα κατάλοιπα, της επελθούσης μεταπολεμικής περιόδου.
Η προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία και η νομιμοποίηση του Κ.Κ.Ε, εδραίωσαν μία πλουραλιστική κοινοβουλευτική δημοκρατία με ανοχή προς όλες τις αντιλήψεις, πλην όμως ένιοι, παρά ταύτα, έθαλπαν, εκ κρυπτώ και παραβύστω, ήδη το μίσος προς τους πολιτικούς τους αντιπάλους και στοχοποιούσαν διαρκώς πρόσωπα, αφαιρώντας στυγνά την ζωή τους, επ’ ονόματι, ενός δήθεν φενακισμένου επαναστατικού αγώνος.
Πρόκειται δια την εγκληματική και τρομοκρατική οργάνωση της 17ης Νοέμβρη, ήτις, περιάπτετο, ενός δήθεν ιδεολογικού μανδύου αυτόκλητης απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης, δια να αφαιρεί, ανενδοιάστως, συστηματικώς, και αυτοδικαίως ανθρώπινες ζωές, ξεκληρίζοντας αυθαιρέτως οικογένειες, δίκην μίας ολοκληρωτικής ιδεοληψίας, επιβάλλοντας, κατά την νοσηρά αντίληψη των τρομοκρατών, την ιδική τους «αυθεντική μονολιθική και αποκλειστική αλήθεια».
Η δυσώδης τοιαύτη ολοκληρωτική σκέψη, ακρωτηρίασε λίαν βαναύσως και το νήμα της ζωής του αειμνήστου Παύλου Μπακογιάννη, εν έτει 1989, αναζωπυρώνοντας ειδεχθείς εμφυλιακές μνήμες.
Παρά ταύτα, ανέκαθεν η Νέα Δημοκρατία επιχειρούσε να κατασιγάσει τα μετεμφυλιακά πάθη, να μην εργαλειοποιήσει την στυγνή αυτή δολοφορνία από στυγερούς και σκληροτράχηλους εγκληματίες του κοινού ποινικού Δικαίου όπως η 17η Νοέμβρη η οποία εξαρθρώθηκε τελεσφόρως το 2002, πλήν όμως κυοφορούνται έκτοτε άχρι σήμερον διάφοροι ετετερόκλητοι θύλακες, οίτινες, αμετανόητοι και μετά πορρωμένης συνειδήσεως, ομνύουν πίστη στους στυγνούς δολοφόνους, υπό το πρόσχημα εγκαθίδρυσης δήθεν μία αταξικής επαναστατικής κοινωνίας.
Εις επίρρωσιν αυτών, με πρωτοβουλία της Νέας Δημοκρατίας το ελληνικό κράτος σταμάτησε να χρησιμοποιεί τον όρο «συμμοριτοπόλεμος» στα κρατικά έγγραφα που παρήγαγε και διακινούσε μόλις το 1989 με τον Ν.1863/ΦΕΚ 204.Α΄/18-9-1989 σχετικό με την «Άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου 1944/1949» της κυβερνήσεως Τζαννετάκη (κυβέρνηση ειδικού σκοπού), δηλαδή, συν τω χρόνω προιόντι το Ελλαδικό Κράτος αλλά ειδικότερον η συντηρητική παράταξη εν γένει της Νέας Δημοκρατίας, εις όλα τα επιμέρους στάδια της μεταπολιτεύσεως, επιχειρούσε, ναι μεν να διατηρήσει άσβεστο την ιστορική μνήμη εκατέρωθεν χάριν της ενότητας όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων αλλά δε, να μην πυροδοτεί την μετεμφυλιακή διχοστασία ως αυτή ταύτη γιγαντώθηκε, ιδίως μετά την συνθήκη της Γιάλτας το 1945, κατά το πέρας του Β’ παγκοσμίου πολέμου, προς επούλωση της χαίνουσα συλλογικής πληγής του έθνους μας.
Η Νέα Δημοκρατία ήτο αυτή η οποία, με σθένος και ευθαρσώς αγκάλιασε τους πολιτικούς της αντιπάλους αποδίδοντας την αμερόληπτη ανάγνωση της ιστορίας, αποσοβώντας οιαδήποτε μετεμφυλιακή αναζωπύρωση και προσαρμόζοντες τις ανάγκες του Ελληνισμού εις το σήμερον, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία, εξ αντιδιαστολής με το ΠΑΣΟΚ αλλά ιδίως την Αριστερά, ήτις εισέτι και σήμερον, μέρος της ρητορική της καθίσταται η στυγνή αδιαλλαξία, και οι μισαλλόδοξος φραστικές επιθέσεις, περί δήθεν φασισμού, αυταρχική αντιδημοκρατικής δεξιάς, συνθήματα αναβιώσης του μετεμφυλιακού μίσους, αποφεύγοντας συνειδητά και εκ συστήματος οιαδήποτε μορφή αυτοκριτικής ή αναγνώρισης σφάλματος, τούτου δε, συμβαίνει αδιελείπτως, εις πάσα μορφή κομματικής οργανώσεως, μονονουχί, εις επίπεδο κοινοβουλευτικό αλλά και ούχ ήττον σε επίπεδο οργανώσεως νεολαίας αλλά πολλαχού της δράσεως της.
Εν άλλοις λόγοις η διχοσταστική συνθηματολογία και η εύφλεκτη αναζωπύρωση του αβυασσαλέου μετεμφυλιακού μίσους συνιστά καθημερινή πρακτική της αριστεράς, τόσο εις τα κομματικά πανεπιστημιακά φυτώρια της Αριστεράς αλλά και εις τα συλλαλητήριο τις κινητοποιήσεις και αλλαχού, προφανώς, ελλείψει ορθολογιστικών επιχειρημάτων, ή απήχηση εις το εκλογικό σώμα της πλειονοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας, επιδιώκει εις την δημιουργία φανατισμένων ταγμάδων εφόδου, τα οποία ακραίως θάλπουν το μίσος και την προκρούστεια λογική της τρομοκρατίας προς τον ιδεολογικό αντίπαλο, στιγματίζοντας τον , ως ,εξ ορισμού μη άνθρωπο αλλά εχθρό, άρα προς εξόντωση.
Εν κατακλείδι, φρονώ και προτείνω να θεσπισθεί ως ιδιώνυμο έγκλημα οιαδήποτε αναφορά επιχειρεί κατά τρόπο εμπρηστικό να δημιουργήσει έντονη αμοιβαία διχοστασία και διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων, εξ αφορμής των πολιτικών παθών του παρελθόντος, γεγονός το οποίο συνιστά εκ των ων ούκ άνευ, την θρυαλλίδα, δια την μονολιθική πρόσληψη της ιστορίας και την εκ των προτέρων, διαπαιδαγώγηση με μίσος της νεολαίας η οποία, ενιαχού, διαποτίζεται με φανατισμό προς τον συνέλληνα.
Το αυγό του φιδιού δέον όπως εκριζωθεί αυτόχρημα εκ βάθρων και εκασταχού, αρχής γενομένης εκ των ψευδεπίγραφων επαναστατικών θυλάκων, οίτινες αυτοδικούν υποσκάπτοντας τα θεμέλια των θεσμών αλλά και πλήττοντας την ίδια της Δημοκρατία, επιδεικνύοντες, εν τέλει, μηδενική ανοχή εις την τρομοκροτία και εις τις συνακόλουθες εγκληματικές της πράξης.
Η Δημοκρατία ήδη έχει τραυματισθεί, και οσάκις δεν θωρακίζεται δραστικά από τους ψευδωνύμως επαναστατικούς θύλακες οίτινες αυτοδικούν, επ’ ονόματι μίας αόριστης συσκοτισμένης επαναστάσεως, θα βάλλεται πυορρούσα και όζουσα εις το διηνεκές.
Χαράλαμπος β Κατσιβαρδάς
Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και Στ.Ε
Ανεξάρτητος Βουλευτής