Πράξεις, όχι λόγια! Αυτή υπήρξε η στρατηγική που ακολουθήθηκε στις χώρες όπου νικήθηκε η τρομοκρατία.

Στην Ελλάδα, διαχρονικά και απ’ όλα τα κόμματα πλην Νέας Δημοκρατίας, επικράτησε η υποκρισία: Μια ανακοίνωση καταδίκης και έξω από την πόρτα. Αρραγές εθνικό μέτωπο κατά της τρομοκρατίας δεν σχηματίστηκε ποτέ.

Οι προκηρύξεις των τρομοκρατών δημοσιεύονταν αυτούσιες. Οι αντιτρομοκρατικοί νόμοι καταργούνταν ή ψηφίζονταν με οριακό και ανορθόδοξο τρόπο. Εχουν καταργηθεί τρεις αντιτρομοκρατικοί νόμοι (οι νόμοι του 1978, του 1990 και του 2014). Τους δύο πρώτους τους κατήργησε το ΠΑΣΟΚ και τον τρίτο ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατήργησε τις φυλακές τύπου Γ, ψήφισε ευνοϊκές διατάξεις για τους τρομοκράτες και τις οικογένειές τους, τα στελέχη του συνομιλούσαν με τους κρατούμενους τρομοκράτες και μοίραζαν υποσχέσεις, μιλώντας για «ένοπλη πάλη» και για εξοντωτικές συνθήκες κράτησης.
Το ΠΑΣΟΚ δεν ψήφισε ούτε τον δικό του νόμο το 2001 και φυσικά ούτε τον νόμο του 2004. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώτος ψηφίστηκε από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και μόνο από 17 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ!


Μέτωπο με την τρομοκρατία δεν δημιουργείται με ανακοινώσεις και υποκριτικά συλλυπητήρια. Δημιουργείται με πράξεις που υψώνουν τείχος απέναντι στην ηθική νομιμοποίηση της τρομοκρατίας, η οποία, χρησιμοποιώντας την «ένοπλη προπαγάνδα» και επιλέγοντας προσεκτικά τους «δίκαιους στόχους» της, επιδιώκει τη λαϊκή συναίνεση.

Ενωμένοι σε μια γροθιά

Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα στην υπόλοιπη Ευρώπη, που μπορεί σήμερα να αντιμετωπίζει τη σύγχρονη τρομοκρατία ως αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης, αλλά και τότε και σήμερα δεν περιορίζονται σε λόγια.


Η Ευρώπη δεινοπάθησε στα χρόνια της τρομοκρατίας, αλλά όλες οι πολιτικές δυνάμεις λειτούργησαν ως μια γροθιά. Ψήφισαν αντιτρομοκρατικούς νόμους και τους τήρησαν, ανεξάρτητα από την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία. Καμία αμφίσημη δήλωση, καμία εμφάνιση στα δικαστήρια βουλευτών με την ιδιότητα του μάρτυρα υπεράσπισης, καμία δήλωση υποστήριξης της λεγόμενης «ένοπλης πάλης», καμία συναλλαγή με κρατουμένους ως προς τις νομοθετικές αλλαγές για να σταματήσουν κινητοποιήσεις ή απεργίες πείνας.


Ούτε επισκέψεις στις φυλακές, ούτε παρουσιάσεις βιβλίων από επίσημους φορείς, ούτε εκθέσεις ζωγραφικής έξω από εκπαιδευτικά ιδρύματα, ούτε φωτογραφικές διατάξεις για κατ’ οίκον νοσηλείες και αποφυλακίσεις λόγω αναπηρίας και για πράξεις που τελέστηκαν «στην εκπλήρωση ενός ηθικοκοινωνικού συγγενικού καθήκοντος».

Το παράδειγμα της Ιταλίας

Η Ιταλία έζησε τα «μολυβένια χρόνια» (anni di piombo) επί σαράντα χρόνια, με τρομοκρατικές ενέργειες που έφεραν τη χώρα στο χείλος της καταστροφής. Οδυνηρές οι τρομοκρατικές ενέργειες της ακροδεξιάς οργάνωσης «Ordine Nuovo» («Νέα Τάξη») με την επίθεση στην Piazza Fontana του Μιλάνου το 1969 με 17 νεκρούς και τη Σφαγή της Μπολόνια το 1980. Οδυνηρές και αυτές της ακροαριστερής οργάνωσης «Brigate Rosse» («Ερυθρές Ταξιαρχίες»), με δολοφονίες, βομβιστικές επιθέσεις, ληστείες και με αποκορύφωμα την απαγωγή και δολοφονία (Μάιος 1978) του πρωθυπουργού Αλντο Μόρο, μετά από 56 ημέρες ομηρίας.


Και εδώ ερχόμαστε στις πράξεις: Ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο εμβληματικός ηγέτης του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του ευρωκομμουνισμού, μπήκε μπροστά, φθάνοντας στο σημείο να συναντηθεί αρκετές φορές (από τέσσερις ως έξι πιθανολογείται) με τον μεγάλο του πολιτικό αντίπαλο, τον Τζιόρτζιο Αλμιράντε, αρχηγό του ακροδεξιού Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (MSI), με αναφορές στον εθνικοσοσιαλισμό του Μουσολίνι.


Οι δυο τους συναντιόνταν τα απογεύματα της Παρασκευής, όταν στο Κοινοβούλιο δεν κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Στο βιβλίο του «Η κίνηση των Αλμιράντε και Μπερλινγκουέρ», ο πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Il Fatto Quotidiano», Αντόνιο Παντελάρο, αναφέρει πως οι δυο τους είχαν αποφασίσει «να ενώσουν τις δυνάμεις τους, καθώς το συμφέρον του έθνους στέκει πάνω από κάθε άλλο συμφέρον».


Κάθε άλλο παρά τυχαία, στην κηδεία του Μπερλινγκουέρ έκανε την εμφάνισή του ο Αλμιράντε και έγινε αποδεκτός από την οικογένεια του νεκρού, μέλη της οποίας φαίνεται ότι γνώριζαν αυτή την παράδοξη σχέση. Και όταν πέθανε ο Αλμιράντε, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα εκπροσωπήθηκε στην κηδεία του από τα υψηλόβαθμα στελέχη Τζιανκάρλο Παγιέτα και Νίλντε Γιότι.


Σίγουρα χρειαζόταν μεγάλο θάρρος για όλα αυτά. Αλλά στην Ελλάδα η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ (και εσχάτως του Τσίπρα), το ΠΑΣΟΚ και άλλες δυνάμεις, ακροαριστερές, ακροδεξιές, λαϊκιστικές, επιδίδονται σε μια απίστευτη ρητορική μίσους (δολοφόνοι, παιδοβιαστές, εγκληματική οργάνωση) κατά της Νέας Δημοκρατίας, εξασφαλίζοντας στην πράξη πολιτική και ηθική νομιμοποίηση στην τρομοκρατία.


Ειδικά στην Ιταλία, πίσω από το φέρετρο του τελευταίου καραμπινιέρου που είχε πέσει από τα πυρά των «Ερυθρών Ταξιαρχιών», περπατούσαν οι αρχηγοί όλων των κομμάτων με επικεφαλής τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Μετανόησαν στην πράξη

Οι αρχηγοί της οργάνωσης, Ρενάτο Κούρτσιο και Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι, συνελήφθησαν το 1974, τέσσερα χρόνια πριν από τη δολοφονία Μόρο, και καταδικάστηκαν σε κάθειρξη 18 ετών. Ακολούθησαν κι άλλες συλλήψεις και καταδίκες.


Η απομόνωση των τρομοκρατών υπήρξε τόσο μεγάλη, που σχεδόν όλοι μεταμελήθηκαν. Μετά από κάποια χρόνια, οι περισσότεροι άρχισαν να παίρνουν άδειες ή άρχισαν να εργάζονται στη διάρκεια της μέρας, κυρίως στον εκδοτικό χώρο, και να επιστρέφουν στα κελιά τους το βράδυ.
Ενας από αυτούς ήταν και ο Ρενάτο Κούρτσιο, που τον Απρίλιο του 1990, σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό «Europeo» είχε δηλώσει: «Κανείς από εμάς που αναλάβαμε την πολιτική ευθύνη δεν είναι αθώος».


Τόσο αυτός, όσο και ο Τόνι Νέγκρι, ο «θεωρητικός της τρομοκρατίας», δεν είχαν ρίξει ούτε μία σφαίρα. Ο Νέγκρι συνελήφθη το 1979, έμεινε στη φυλακή ως το 1983 και αφέθηκε ελεύθερος όταν εξελέγη βουλευτής. Διέφυγε στη Γαλλία και τον Ιούλιο του 1997 αποφάσισε να επιστρέψει στην Ιταλία «για να εξηγήσει και να πληρώσει».


Τότε είχε λάβει και μια επιστολή από τον μεγάλο συγγραφέα Ουμπέρτο Εκο, ο οποίος του έγραφε πως αυτό που έκανε ήταν εξαιρετικά αξιοπρεπές και θαρραλέο. Και ο Νέγκρι είχε δηλώσει: «Νικήθηκα, αλλά δεν είμαι εγκληματίας. Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν μετά τη σύλληψή μου, είχα την ευκαιρία να εμβαθύνω. Είναι αλήθεια ότι οι ιδέες μου συναντήθηκαν με το ανατρεπτικό κίνημα. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι αυτή η προϋπόθεση δεν υπάρχει πια».
Μάλιστα, τον Μάιο του 2005, σε συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα «Libération», είχε καλέσει τους Γάλλους να ψηφίσουν «Ναι» στο δημοψήφισμα για το ευρωπαϊκό σύνταγμα.

Ενα προβληματικό δόγμα

Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν συνήθιζε να λέει πως «είναι ευκολότερο να μπεις στην τρομοκρατία από το να βγεις» – όπως συμβαίνει και με τα ναρκωτικά.


Το 1981 εφαρμόστηκε το λεγόμενο «δόγμα Μιτεράν». Ηταν τότε που έφθαναν συνεχώς στη χώρα μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών για να διαφύγουν τη σύλληψη. Με βάση το «δόγμα Μιτεράν», οι φυγάδες δεν εκδίδονταν, αρκεί να δήλωναν πως δεν επρόκειτο να αναπτύξουν καμία πολιτική δραστηριότητα. Με την προειδοποίηση πως όποιος τολμούσε να προδώσει την εμπιστοσύνη της Γαλλίας θα τιμωρείτο παραδειγματικά. Δημιουργήθηκε τότε στη Γαλλία η λεγόμενη «ιταλική κοινότητα».


Το «δόγμα Μιτεράν» εγκαταλείφθηκε το 2002 και τότε η γαλλική αστυνομία άρχισε να εκτελεί τα ιταλικά εντάλματα και να συλλαμβάνει τρομοκράτες που είχαν καταφύγει εκεί. Τον Φεβρουάριο του 2016, επί σοσιαλιστή Φρανσουά Ολάντ, κατά την αναθεώρηση του συντάγματος, εισήχθη άρθρο για στέρηση της ιθαγένειας σε καταδικασθέντες για τρομοκρατία.


Να σημειώσουμε πως προηγουμένως, στις 11 Ιανουαρίου 2015, σε διαδηλώσεις κατά της τρομοκρατίας στο Παρίσι και άλλες γαλλικές πόλεις έλαβαν μέρος σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα».

Το ιρλανδικό «παράδοξο»

Στη Βόρεια Ιρλανδία, ο IRA κατέθεσε τα όπλα το 2005 και το πολιτικό του σκέλος, το Σιν Φέιν, βρέθηκε στην κυβέρνηση λίγα χρόνια μετά. Οταν, όμως, τον Αύγουστο του 2015 δολοφονήθηκε ένα πρώην στέλεχος του IRA, ο Κέβιν ΜακΓκουίγκαν, με τρόπο που παρέπεμπε στις «τιμωρητικές» δολοφονίες της οργάνωσης, η κυβέρνηση του ενωτικού Πίτερ Ρόμπινσον, στην οποία μετείχε το Σιν Φέιν, παραιτήθηκε. Ο Ρόμπινσον δήλωσε πως αυτό δεν μπορούσε να το σηκώσει και πως «δεν μπορούμε να κάνουμε σα να μην συμβαίνει τίποτε».


Μάλιστα, τον Απρίλιο του 2014, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας, ο Μάρτιν ΜακΓκίνες, πρώην διοικητής του IRA, αποδέχθηκε την πρόσκληση της βασίλισσας Ελισάβετ και παρευρέθηκε σε δείπνο στα Ανάκτορα του Ουίνδσορ. Η χειραψία τους συγκέντρωσε όλα τα φλας των φωτογράφων.


Μιλάμε για τον άνθρωπο που θεωρείτο ο πιο επικίνδυνος εχθρός του στέμματος, αυτόν που είχε αρνηθεί μια έδρα στο Κοινοβούλιο για να μην ορκιστεί πίστη στη Βασίλισσα. Και μιλάμε για τη βασίλισσα που είχε θύμα στην οικογένειά της, αφού, το 1979, ο IRA είχε σκοτώσει τον λόρδο Μαουντμπάτεν, θείο του συζύγου της Φίλιππου.

Τι έγινε σε Γερμανία-Ισπανία

Ομόθυμος υπήρξε και ο αντιτρομοκρατικός αγώνας στη Γερμανία (όπου επίσης υπάρχουν σοσιαλιστές, Αριστερά κ.λπ.). Ο πόλεμος κατά της «RAF» («Φράξια Κόκκινου Στρατού»), που ιδρύθηκε το 1968 και έγραψε τίτλους τέλους το 1998, ήταν ολοκληρωτικός.


Τα ηγετικά στελέχη της, Μπάαντερ και Μάινχοφ, καθώς και τα άλλα στελέχη, μεταξύ των οποίων και η σύντροφος του Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Εσλιν, συνελήφθησαν το 1972, καταδικάστηκαν σε ισόβια και πολλοί αυτοκτόνησαν στα λεγόμενα «λευκά κελιά».
Στην Ισπανία, η βασκική αυτονομιστική οργάνωση ΕΤΑ, που προκάλεσε τον θάνατο 849 ανθρώπων σε 40 χρόνια, κήρυξε το τέλος του «ένοπλου αγώνα» στις 20 Οκτωβρίου 2011, ανακοινώνοντας την καταστροφή των υλικοτεχνικών και λειτουργικών δομών της.


Στις 3 Ιανουαρίου 2013, και το Μπατασούνα, ο πολιτικός βραχίονας της ΕΤΑ, ανακοίνωσε την αυτοδιάλυσή του, δηλώνοντας πως «θα επιτύχουμε τα σχέδιά μας μέσω της πολιτικής οδού». Στις 27 Οκτωβρίου 2013, 200.000 διαδηλωτές έλαβαν μέρος σε μεγάλη διαδήλωση κατά απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ζητούσε την απελευθέρωση των Βάσκων τρομοκρατών. Τον Δεκέμβριο του 2013 τρία μέλη της ΕΤΑ είχαν καταδικαστεί σε φυλάκιση 3.860 χρόνων. Τον Ιανουάριο του 2014, η ισπανική Δικαιοσύνη είχε απαγορεύσει διαδήλωση υπέρ των κρατουμένων. Η διαδήλωσε έγινε, αλλά χωρίς στήριξη από κανένα ισπανικό κόμμα.


Καμία ισπανική κυβέρνηση δεν έλαβε μέρος σε διαπραγματεύσεις με την οργάνωση. Πάγια επίσημη θέση υπήρξε πάντα η αυτοδιάλυσή της. Ακόμη και όταν οι Podemos μπήκαν στην κυβέρνηση, με τον Ιγκλέσιας να διακηρύσσει ότι… δεν θα ποινικοποιήσει τα αποσχιστικά κινήματα, ακόμη και όταν ο Σάντσεθ υπέκυψε σε πιέσεις των Βάσκων, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους στη Βουλή.


Η τελευταία πράξη γράφτηκε στις 4 Μαρτίου 2021, στο προαύλιο του στρατώνα της Εθνοφρουράς στο Βαλντεμόρο της Νότιας Μαδρίτης: Ενας οδοστρωτήρας πέρασε πάνω από τρεις σειρές όπλων της ΕΤΑ (1.337 τον αριθμό), που είχαν κατασχεθεί από το 1997 ως το 2005, μπροστά από τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, μέλη οικογενειών θυμάτων της τρομοκρατίας και στελέχη της Αντιτρομοκρατικής. Ούτε αυτά είναι λόγια του αέρα. Είναι πράξεις που στέλνουν το μήνυμα…