Όταν το ΠΑΣΟΚ σηκώνει σήμερα το δάχτυλο και μιλά για «πελατειακό κράτος» και «γαλάζιες συμμορίες», η συζήτηση δεν μπορεί να μείνει στο παρόν.

Γιατί η μνήμη, ειδικά σε αυτή τη χώρα, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση σοβαρότητας. Και η ιστορία του ΠΑΣΟΚ είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό ακριβώς που καταγγέλλει.

Από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, το κόμμα ταυτίστηκε με μια νέα πολιτική κουλτούρα. Το κράτος έπαψε να είναι μηχανισμός και μετατράπηκε σε λάφυρο. Οι διορισμοί στο Δημόσιο δεν ήταν εργαλείο πολιτικής, αλλά μέσο κομματικής επιβίωσης. Οι περίφημες «πράσινες κάρτες» της κλαδικής δεν ήταν σχήμα λόγου. Ήταν το εισιτήριο για δουλειά, εξέλιξη και ασφάλεια. Το ρουσφέτι έπαψε να είναι εξαίρεση. Εγινε κανόνας.

Οι μαζικοί διορισμοί, ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, δεν έγιναν για να καλυφθούν ανάγκες. Εγιναν για να δημιουργηθεί ένας στρατός εξαρτημένων ψηφοφόρων. Δεν είναι τυχαίο ότι καταγράφονται δεκάδες χιλιάδες προσλήψεις σε προεκλογικές περιόδους. Το κράτος διογκώθηκε, όχι γιατί το απαιτούσε η οικονομία, αλλά γιατί το απαιτούσε το κόμμα.

Παράλληλα, η διαχείριση δημόσιου χρήματος γέννησε μια σειρά από υποθέσεις που σημάδεψαν τη Μεταπολίτευση. Το σκάνδαλο Κοσκωτά ανέδειξε με τον πιο ωμό τρόπο τη διαπλοκή πολιτικής εξουσίας και οικονομικών συμφερόντων. Δεν ήταν μια «κακή στιγμή». Ήταν η κορυφή ενός μοντέλου όπου το κράτος λειτουργούσε ως μεσάζων.

Την ίδια περίοδο, κρατικές εταιρείες χρησιμοποιούνταν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Υποθέσεις όπως το «σκάνδαλο καλαμποκιού» ή οι πρακτικές της ΠΡΟΜΕΤ με υπερτιμολογήσεις δείχνουν πώς λειτουργούσε το σύστημα. Αγορά μεσαζόντων, υπερκοστολογήσεις, ζημία για το Δημόσιο. Και φυσικά, κανείς δεν έπεφτε από τα σύννεφα.

Το ίδιο μοτίβο συνεχίστηκε και αργότερα. Επί Κώστα Σημίτη, το προσωπείο του «εκσυγχρονισμού» δεν εμπόδισε τη γιγάντωση της διαπλοκής. Η φούσκα του χρηματιστηρίου το 1999 οδήγησε χιλιάδες μικροεπενδυτές σε απώλειες, ενώ κυβερνητικά στελέχη ενθάρρυναν το κλίμα εύκολου πλουτισμού. Ταυτόχρονα, τα εξοπλιστικά προγράμματα και οι μεγάλες δημόσιες συμβάσεις έγιναν πεδίο υπερκοστολογήσεων και σκιών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το πώς αντιμετωπιζόταν η ίδια η έννοια της αξιοκρατίας. Ο θεσμός του ΑΣΕΠ υπονομεύθηκε από «παραθυράκια» και εξαιρέσεις. Συμβασιούχοι προσλαμβάνονταν μαζικά, δημιουργώντας στρατιές ομήρων. Η λογική ήταν απλή: πρώτα σε προσλαμβάνω, μετά σε κρατάω εξαρτημένο.

Το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε απλώς μέρος του πελατειακού κράτους. Υπήρξε ο βασικός του αρχιτέκτονας στη σύγχρονη μορφή του.

Δημιούργησε μια νοοτροπία όπου η επιτυχία δεν περνούσε από την παραγωγή, αλλά από τη σχέση με το κόμμα. Ο δημόσιος τομέας έγινε ο απόλυτος στόχος, όχι γιατί ήταν παραγωγικός, αλλά γιατί ήταν ασφαλής.

Γι’ αυτό και σήμερα, όταν το ίδιο κόμμα επιχειρεί να εμφανιστεί ως τιμητής, η αντίφαση είναι προφανής. Δεν μπορείς να καταγγέλλεις αυτό που έχτισες. Δεν μπορείς να μιλάς για διαφάνεια όταν επί δεκαετίες καλλιέργησες την εξάρτηση.

Η συζήτηση για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και κάθε παρόμοια υπόθεση έχει αξία. Αλλά για να είναι πειστική, χρειάζεται συνέπεια. Και το ΠΑΣΟΚ, με το ιστορικό που κουβαλά, δύσκολα μπορεί να την επικαλεστεί χωρίς να κοκκινίσει από ντροπή.