Η σταδιακή αποσύνδεση της πολιτικής συμπεριφοράς από τις παραδοσιακές ιδεολογικές ταυτότητες αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της τελευταίας δεκαετίας.
Ο Στέφανος Κασσελάκης υπήρξε… πρωτοπόρος, αλλά τελικά στην Ελλάδα το εγχείρημα δεν έπιασε. Επιχείρησε να προσελκύσει ακροατήρια (είτε αριστερά είτε δεξιά) με συγκεκριμένο πρόσημο και να προσεγγίσει πολίτες που είχαν –και συνεχίζουν– να έχουν δήθεν αντισυστημική τοποθέτηση. Το ίδιο, βέβαια, επιχειρούν κι άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως η Νίκη, η Πλεύση Ελευθερίας, η Ελληνική Λύση.
Σ’ αυτό το πλαίσιο εισέρχεται και ένας νέος πολιτικός παράγοντας, η Μαρία Καρυστιανού, η οποία, με βάση τις δημοσκοπήσεις, αντλεί στήριξη σχεδόν αποκλειστικά από τον ευρύτερο χώρο της αντιπολίτευσης και των κομμάτων διαμαρτυρίας.
Σαφείς «δεξαμενές»
Τα ποσοτικά ευρήματα είναι ενδεικτικά: ιδιαίτερα υψηλή πρόθεση ψήφου καταγράφεται μεταξύ των ψηφοφόρων της Νίκης (63,4%), της Πλεύσης Ελευθερίας (52,8%), της Ελληνικής Λύσης (36,7%) και της Φωνής Λογικής (23,4%). Αντιθέτως, οι διαρροές από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ είναι περιορισμένες, στοιχείο που υποδηλώνει ότι το νέο εγχείρημα δεν αμφισβητεί ευθέως τον πυρήνα του κυβερνητικού ή του κεντροαριστερού χώρου, αλλά κινείται σε μια διαφορετική πολιτική γεωγραφία.
Η γεωγραφία αυτή δεν ορίζεται τόσο από ιδεολογική συνοχή όσο από κοινά χαρακτηριστικά πολιτικής στάσης: δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, αίσθηση πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, έμφαση στην ηθική διάσταση της πολιτικής και ανάγκη για «φωνή» απέναντι σε ένα σύστημα που θεωρείται απόμακρο ή αναποτελεσματικό.
Αντίστοιχα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει οικοδομήσει ένα πολιτικό προφίλ έντονης θεσμικής αμφισβήτησης, με επίκεντρο ζητήματα δικαιοσύνης, διαφάνειας και καταγγελίας της πολιτικής εξουσίας. Ο λόγος της δεν απευθύνεται –απαραίτητα– σε συγκεκριμένη κοινωνική τάξη ή ιδεολογικό ρεύμα, αλλά σε ένα ακροατήριο που αισθάνεται πολιτικά αποκλεισμένο και ηθικά αγανακτισμένο.
Στον δεξιό και εθνικολαϊκιστικό χώρο, ο Κυριάκος Βελόπουλος και ο Δημήτρης Νατσιός εκφράζουν διαφορετικές, αλλά συγκλίνουσες εκδοχές πολιτικής διαμαρτυρίας. Η έμφαση στην ταυτότητα, στην εθνική και θρησκευτική αναφορά, καθώς και η καχυποψία απέναντι στις ευρωπαϊκές και εγχώριες ελίτ, δημιουργούν ένα σταθερό ακροατήριο που κινείται εκτός του παραδοσιακού πολιτικού κέντρου.
Αλλά βέβαια στο ίδιο κάδρο μπαίνει και ο Στέφανος Κασσελάκης, η άνοδος του οποίου στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν βασίστηκε σε εσωκομματικές ιδεολογικές ζυμώσεις, αλλά σε υποσχέσεις ανανέωσης, προσωπικής αυθεντικότητας και ρήξης με τις παγιωμένες πρακτικές του παρελθόντος. Η πολιτική του παρουσία εστιάζει περισσότερο στην εικόνα, στο προσωπικό αφήγημα και στη συμβολική διαφοροποίηση, παρά στη σαφή ιδεολογική τοποθέτηση.
Η Καρυστιανού φαίνεται να προστίθεται σε αυτό το πολυκερματισμένο τοπίο όχι ως «ιδεολογικός συγγενής» όλων των παραπάνω, αλλά ως φορέας μιας πολιτικής δήθεν κάθαρσης, η οποία προσελκύει ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, το οποίο διαθέτει χαρακτηριστικά που στην πολιτική αργκό ορισμένοι χαρακτηρίζουν έως και ψεκασμένο. Η δημόσια παρουσία της συγκροτείται γύρω από ζητήματα που αγγίζουν την ψυχή των Ελλήνων, με έμφαση στην απόδοση ευθυνών, στη δικαιοσύνη και στην ανάγκη θεσμικής αποκατάστασης.
Η απουσία σαφούς κομματικού παρελθόντος λειτουργεί ενισχυτικά, καθώς της επιτρέπει να απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια χωρίς το βάρος προηγούμενων πολιτικών επιλογών. Ωστόσο, όσο η κυρία Καρυστιανού θα πρέπει να εισέλθει σε ευρύτερα θέματα που άπτονται της πολιτικής, αναγκαστικά η πολιτική της ταυτότητα θα γίνεται σαφής.
Φουλ της καχυποψίας
Σε τελική ανάλυση, το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι τα πρόσωπα που εναλλάσσονται στο προσκήνιο, αλλά το κοινό που τα υποδέχεται. Πρόκειται για ένα εκλογικό σώμα κατακερματισμένο, καχύποπτο απέναντι στους θεσμούς, συχνά απογοητευμένο από τις επιδόσεις της διακυβέρνησης αλλά και από τις αντιφάσεις της αντιπολίτευσης. Ένα κοινό που δεν αυτοπροσδιορίζεται πλέον με όρους παραδοσιακής ιδεολογικής ένταξης, αλλά με βάση εμπειρίες, συναισθήματα και επιμέρους αιτήματα.
Άλλωστε, η ζήτηση για το «νέο», το «άφθαρτο» και το «αυθεντικό» δεν συνοδεύεται κατ’ ανάγκην από ανοχή στη σύνθετη πολιτική σκέψη ή από συγκροτημένες προτάσεις για το μέλλον. Συχνά συνοδεύεται από απλουστευτικά, λαϊκιστικά συνθήματα, από απόλυτες ερμηνείες της πραγματικότητας και από μια πολιτική γλώσσα που ευνοεί τη σύγκρουση.
Το ερώτημα που ανακύπτει, επομένως, δεν αφορά τόσο τη βιωσιμότητα ή την αντοχή νέων πολιτικών σχημάτων όσο τη δυνατότητα του ίδιου του εκλογικού σώματος να επανασυνδεθεί με τη λογική της συγκροτημένης πολιτικής συμμετοχής, που δεν εξαντλείται στη διαμαρτυρία, αλλά προϋποθέτει ευθύνη.


