Ο ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα εξουσίας το 2015 έχει κατορθώσει μέσα σε (λίγο παραπάνω από) μία δεκαετία να βρεθεί στο φάσμα του αυτοεξευτελισμού.

Γράφει η Έρση Παπαδάκη

Αν κάποιος στοιχημάτιζε μετά τις εκλογές του 2019 ότι επτά χρόνια αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε εισέλθει σε μια περίοδο απόλυτης απαξίωσης και διάλυσης, τότε ίσως οι υπόλοιποι να τον περνούσαν στην καλύτερη περίπτωση για τζογαδόρο.

Διότι είναι αλήθεια πως ακόμη και οι χειρότεροι εχθροί ενός κόμματος που κατάφερε να διχάσει τους πολίτες και να φέρει την ίδια τη χώρα στο χείλος της απόλυτης καταστροφής δεν θα μπορούσαν να φανταστούν το τέλος του που βιώνουμε σήμερα.

Και αν όχι το βιολογικό του τέλος, τουλάχιστον το πολιτικό του τέλος και την επιστροφή του –σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις– στα όρια (πολύ) κάτω από το 3%, όπερ σημαίνει πως η είσοδός του στη Βουλή στις επόμενες εκλογές φαντάζει ως άθλος. 

Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα εξουσίας το 2015 έχει κατορθώσει μέσα σε μια δεκαετία να βρεθεί στο φάσμα του αυτοεξευτελισμού, διότι τις ευθύνες για την κατρακύλα και τη διάλυσή του έχουν ασφαλώς τα στελέχη του και όχι οι ψηφοφόροι του ή οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των ηγετών του, αρχής γενομένης από τον Αλέξη Τσίπρα και καταλήγοντας σήμερα στον Σωκράτη Φάμελλο, ενδιαμέσως δε στον Στέφανο Κασσελάκη, οι οποίοι αμέσως μετά τη διπλή εκλογική ήττα το 2023 έκαναν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να φέρουν το κόμμα σε αυτό το σημείο.

Αρχικά με το «δεν παραιτούμαι» του κ. Τσίπρα, εν συνεχεία με τους ερασιτεχνικούς χειρισμούς του κ. Κασσελάκη, που είναι φανερό πως δεν γνώριζε το παραμικρό από το πώς λειτουργεί η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα, και πρόσφατα με την αμήχανη στάση του κ. Φάμελλου απέναντι στην ΕΛΑΣ και την επιστροφή Τσίπρα, καθώς το τι έλεγε ή τι λέει η πλευρά της Κουμουνδούρου πλέον περισσεύει…

Οπως αναφέρθηκε ωστόσο και παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2015 και λίγο νωρίτερα είχε θέση στην κεντρική πολιτική σκηνή ως κόμμα εξουσίας. Μια πραγματικότητα που ήταν σε κάθε περίπτωση επίπλαστη, δεδομένου ότι την περίοδο 2012-2015 ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και λειτούργησε ως τέτοια περισσότερο λόγω της πολιτικής κρίσης και της κρίσης εκπροσώπησης που προκάλεσαν τα μνημόνια και το σοκ της οικονομικής κρίσης.

Διότι από την πρώτη στιγμή επιχείρησε να πάει καβάλα στο κύμα της οργής των πολιτών και να εκμεταλλευτεί τις «πάνω» και «κάτω» πλατείες και τους «Αγανακτισμένους» προκειμένου να περάσει τις δικές του θέσεις – κυρίως δηλαδή την αντίθεσή του απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις και τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που επιχείρησε να κρατήσει όρθια τη χώρα μέσα σε ένα απόλυτα εχθρικό κλίμα στην Ευρώπη.

Ήταν ακριβώς εκεί που –κατά δική του δήλωση– ο κ. Τσίπρας επιστράτευσε τις «αυταπάτες» για να πάρει τα ηνία της χώρας και να επιχειρήσει να διαχειριστεί τις τύχες της. Καταλήγοντας ωστόσο γρήγορα να παίξει αυτές τις τύχες στα ζάρια με την «περήφανη διαπραγμάτευση» του α΄ εξαμήνου του 2015, το «αντάρτικο» κατά των δανειστών και αυτή την περιπέτεια των σεναρίων του Grexit που κορυφώθηκαν με το δημοψήφισμα και λίγο έλειψαν τότε να γίνουν πραγματικότητα, αν δεν έκανε ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ την περίφημη… kolotoumba.

Εάν δηλαδή δεν παραδεχόταν ότι οι μεγαλοστομίες περί σκισίματος των μνημονίων και κατάργησής τους «με έναν νόμο και ένα άρθρο» ήταν απλώς αυταπάτες. Τις οποίες, δυστυχώς, πλήρωσε ολόκληρη η χώρα και όχι τότε ο ΣΥΡΙΖΑ, ασχέτως του αν σήμερα, σε βάθος χρόνου, έχει ένα δραματικό τέλος και στο τέλος της ημέρας είναι σαν να αποδίδεται ενός είδους πολιτική δικαιοσύνη και πληρώνει εκείνος το τίμημα.

Διότι δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο με τον κ. Τσίπρα προσωπικά, καθώς επιστρέφει στην κεντρική πολιτική σκηνή με την ΕΛΑΣ και διεκδικεί την ψήφο των πολιτών σαν να βρίσκεται στη χώρα των λωτοφάγων. Να θεωρεί δηλαδή ότι όλοι ξέχασαν ή πρόκειται να συγχωρήσουν τον ίδιο γι’ αυτά, για τα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στη σημερινή απαξίωση και καταστροφή.