Συνέντευξη στο Liberal παραχώρησε ο Θανάσης Κοντογεώργης, αναλύοντας τις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησης μετά τις εξαγγελίες στη ΔΕΘ.
Αναφέρθηκε στα οικονομικά μέτρα, στην αντιμετώπιση της ακρίβειας και στον στόχο της αυτοδυναμίας, ενώ τοποθετήθηκε για τον Αλέξη Τσίπρα, το ΠΑΣΟΚ και το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά.
Ακολουθεί η συνέντευξη
Η κυβέρνηση έχει θέσει πλέον στην κρίση των πολιτών το οικονομικό της πρόγραμμα και μάλιστα με προοπτική τετραετίας. Επιλέξατε να απευθυνθείτε σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας και οι επικρίσεις που δέχεστε αφορούν στο περιεχόμενο των παροχών, που από πολλούς κρίνονται ως λίγες. Ποιο είναι το σκεπτικό του κυβερνητικού σχεδιασμού, λοιπόν και τι απαντάτε σε όσους εμφανίζονται απογοητευμένοι;
Το πώς μπορούμε να κάνουμε τη χώρας μας μια από τις καλύτερες στην Ευρώπη, για να ζεις, να δημιουργείς, να εργάζεσαι και να κάνεις οικογένεια. Αυτό είναι το στοίχημα της κυβερνητικής μας πολιτικής για την επόμενη μέρα και αυτό το όραμα περιέγραψε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός από το βήμα της φετινής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Αναγνωρίζουμε ότι κάθε χρόνο όλοι οι πολίτες, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, διατηρούν τις δικές τους προσδοκίες ενόψει των εξαγγελιών της ΔΕΘ. Για αυτό και φέτος θεωρώ ότι όλοι οι πολίτες είδαν τον εαυτό τους στα μέτρα που ανακοινώθηκαν. Στην ομιλία του ο πρωθυπουργός έθεσε συγκεκριμένους ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους - μέτρα ύψους 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, με ορίζοντα έως το 2030: την αύξηση του κατώτατου μισθού, την περαιτέρω μείωση της ανεργίας και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στο κράτος και στη λειτουργία της αγοράς. Με αυτόν τον τρόπο, πιστεύουμε ότι το σημαντικό βήμα που έχει ήδη γίνει μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό άλμα προόδου για το σύνολο των πολιτών.
Στόχος του κυβερνητικού σχεδιασμού είναι η σταθερή αύξηση των εισοδημάτων με την παράλληλη μείωση της ανεργίας και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των πολιτών, ώστε όλοι να εισπράττουν- εντός και εκτός εισαγωγικών- το μέρισμα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, ανεξαρτήτως των γεωγραφικών τους συντεταγμένων. Γνωρίζουμε πόση απόσταση μένει ακόμα να καλυφθεί. Ωστόσο, η ευρύτητα των μέτρων ανταποκρίνεται ακριβώς στην έκταση των αναγκών. Περιλαμβάνει αυξήσεις μισθών, μειώσεις φόρων και εισφορών, ενίσχυση των συνταξιούχων και παρεμβάσεις για τη στέγη. Παράλληλα, δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στις οικογένειες με παιδιά και στην περιφέρεια, όπου το κόστος ζωής συνδέεται και με τις δυνατότητες εργασίας, κατοικίας και πρόσβασης σε υπηρεσίες.
Αυτή ακριβώς η ανάπτυξη συνιστά και το στοίχημα για την επόμενη μέρα, το οποίο κερδίζεται με τον κόπο του ελληνικού λαού και την αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων για τον παραγωγικό μετασχηματισμό με έμφαση στον πρωτογενή τομέα, στη βιομηχανία και στην μεταποίηση έως και στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ψηφιοποίηση.
Υποχρέωσή μας - εντός και εκτός ΔΕΘ- είναι να εξηγούμε με ειλικρίνεια τι μπορούμε να κάνουμε σήμερα και πώς δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για περισσότερα αύριο.
Αυτό το οικονομικό πρόγραμμα μπορεί να αποκαταστήσει αδικίες και να ενισχύσει επί της ουσίας απέναντι στις πληθωριστικές πιέσεις; Ή βασίζεστε και στην προσδοκία αυτές οι πιέσεις να μειωθούν; Το ρωτώ, διότι οι προβλέψεις δείχνουν ότι οι χειμερινοί μήνες θα είναι δύσκολοι.
Το ευμετάβλητο διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον φέρνει διαρκώς παγκόσμιες προκλήσεις στις οποίες η χώρα μας πρέπει να ανταποκριθεί. Στην πανδημική κρίση, στην κρίση του ρωσοουκρανικού πολέμου, στις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή των προηγούμενων μηνών, έρχεται να προστεθεί η πληθωριστική και ενεργειακή κρίση που επηρεάζει τα νοικοκυριά.
Φυσικά, μια αποκλιμάκωση στην περιοχή θα βοηθούσε. Η δική μας πολιτική, όμως, διαμορφώνεται ανεξάρτητα από αυτήν την προσδοκία. Βασίζεται στη σταθερή ενίσχυση των εισοδημάτων με την ταυτόχρονη μείωση των φορολογικών συντελεστών, ώστε να συμβάλει στην αύξηση της αγοραστικής δύναμης και την απομείωση των επιπτώσεων της κρίσης στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Υπάρχουν συγκεκριμένα παραδείγματα. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα από τον Απρίλιο του 2027 αφορά εξ ολοκλήρου τον εργαζόμενο και αυξάνει τις καθαρές αποδοχές του. Η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων προστατεύει την αξία τους απέναντι στις ανατιμήσεις. Η μόνιμη ετήσια ενίσχυση των συνταξιούχων με αυξήσεις χωρίς συμψηφισμό της προσωπικής διαφοράς από το 2027 και η καταβολή των 400 ευρώ αποτελούν βήματα προς την αποκατάσταση των απωλειών και των αδικιών που έχουν υποστεί τα προηγούμενα χρόνια.
Διορθώνουμε, επίσης, συγκεκριμένες αδικίες στα τεκμήρια των συνεπών ελεύθερων επαγγελματιών, καταργώντας τις προσαυξήσεις που συνδέονται με τη μισθοδοσία και το κέρδος. Παράλληλα, προωθούμε την εθνική συμφωνία για μειώσεις τιμών, παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος και μέτρα για περισσότερες διαθέσιμες κατοικίες.
Αναγνωρίζουμε ότι δεν εξουδετερώνεται κάθε ανατίμηση. Υπάρχουν, όμως, συγκεκριμένες παρεμβάσεις τόσο στο εισόδημα όσο και στις βασικές δαπάνες των νοικοκυριών, η αποτελεσματικότητα των οποίων θα κριθεί από το πόσο περιορίζεται η πίεση που αισθάνεται το νοικοκυριό.
Αυτό το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον, λοιπόν, επιτάσσει συνέπεια και σαφές σχέδιο, κατανόηση και τεκμηρίωση των ζητημάτων και σίγουρα δεν αφήνει περιθώρια προχειρότητας. Με αυτόν τον σχεδιασμό δουλεύουμε καθημερινά για να αισθανθεί ο κάθε πολίτης στο πορτοφόλι του τις ενισχύσεις που παρέχει αυτή η κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση έχουμε κάνει τα «κουμάντα» μας ώστε, αν παραταθεί η κρίση που επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου, να συνεχίσουμε να στηρίζουμε προκειμένου να μειώσουμε, όσο είναι δυνατόν, τις επιπτώσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Αν τα οικονομικά στοιχεία το επιτρέψουν, μπορεί να δούμε κάποια επιπλέον έκπληξη τον Δεκέμβριο, κατά τη διάρκεια συζήτησης του προϋπολογισμού; Για παράδειγμα, να έρχεται νωρίτερα η εφαρμογή κάποιου μέτρου;
Η προσδοκία υπάρχει, γιατί οι ανάγκες είναι υπαρκτές. Έχουμε ήδη αποδείξει ότι, όταν η οικονομία δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες, επιδιώκουμε αυτές να επιστρέφονται στους πολίτες και ιδιαίτερα σε εκείνους που πιέζονται περισσότερο. Άλλωστε, το ίδιο το ύψος των παρεμβάσεων της ΔΕΘ διαμορφώθηκε καθώς προέκυψαν πρόσθετες δυνατότητες σε σχέση με τις εκτιμήσεις της άνοιξης.
Χρειάζεται, ωστόσο, να διακρίνουμε μια θετική εξέλιξη στα έσοδα από τη δυνατότητα ανάληψης μιας μόνιμης δαπάνης. Αξιολογούμε τη διάρκεια αυτής της βελτίωσης, τις ανάγκες που δημιουργεί η ενεργειακή κρίση και τα περιθώρια που επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Άλλωστε, η αξιοπιστία που έχει ανακτήσει η χώρα μας μας επιτρέπει σήμερα να συζητούμε για περισσότερη στήριξη. Επομένως, οφείλουμε αυτήν την αξιοπιστία να τη διαφυλάξουμε.
Συνεπώς, δε θα προεξοφλούσα σήμερα κάποια ανακοίνωση για τον Δεκέμβριο ή επίσπευση συγκεκριμένου μέτρου. Προτεραιότητά μας είναι η έγκαιρη υλοποίηση των παρεμβάσεων που έχουν ανακοινωθεί. Εφόσον προκύψουν πρόσθετες και τεκμηριωμένες δυνατότητες, θα αξιολογηθούν με κριτήριο πού υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη και πού η παρέμβαση θα έχει ουσιαστικότερο αποτέλεσμα. Μην ξεχνάτε ότι η όποια αξιολόγηση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από τον επόμενο Μάρτιο που θα έχουμε τα οριστικά δημοσιονομικά αποτελέσματα για το 2026.
Η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει το σύνολο σχεδόν των δεσμεύσεων και των μέτρων που έχει εξαγγείλει, δίνοντας έτσι εχέγγυα στους πολίτες ότι ό,τι λέμε το κάνουμε.
Το ζήτημα του ΦΠΑ και του ΕΦΚ το έχει απορρίψει επανειλημμένως η κυβέρνηση. Υπάρχει κάτι που θα σας έκανε να το ξαναδείτε; Υπάρχει ένα όριο στην άνοδο των τιμών, π.χ. των καυσίμων, που θα σας οδηγούσε στη μείωση, προσωρινά, κάποιων έμμεσων φόρων;
Κάθε πρόταση για ελάφρυνση χρειάζεται να εξετάζεται ως προς το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει στην καθημερινότητα και ως προς τους πόρους που απαιτεί. Στους έμμεσους φόρους έχουμε ήδη κάνει μειώσεις όπως βέβαια και μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση στις κλίμακες. Όταν, όμως, συζητούμε μια ευρύτερη παρέμβαση στον ΦΠΑ ή στον ΕΦΚ, πρέπει να υπολογίσουμε τόσο το δημοσιονομικό κόστος όσο και το μέρος της μείωσης που θα περάσει πράγματι στον καταναλωτή.
Με τους διαθέσιμους πόρους επιλέγουμε παρεμβάσεις που ενισχύουν άμεσα και σταθερά το εισόδημα και στοχεύουν στην απομείωση των επιπτώσεων των επιβαρύνσεων. Στα καύσιμα, για παράδειγμα, συνεχίζεται και τον Σεπτέμβριο η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης. Η παρέμβαση αυτή περιορίζει το κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις, καθώς και την πίεση που μεταφέρεται μέσω των μεταφορών στις τιμές των προϊόντων.
Η τιμή των καυσίμων είναι ένας σημαντικός παράγοντας, αλλά έχουν επίσης σημασία η διάρκεια μιας αύξησης και οι ευρύτερες επιπτώσεις της στην οικονομία. Αν οι συνθήκες επιβαρυνθούν, η κυβέρνηση θα εξετάσει άμεσα ποια παρέμβαση μπορεί να προσφέρει την ουσιαστικότερη ανακούφιση εντός του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου.
Όπως έχουμε αποδείξει με τις μέχρι τώρα παρεμβάσεις μας, η κυβερνητική πολιτική μας παρακολουθεί τις πραγματικές ανάγκες και προσαρμόζεται σε αυτές διατηρώντας πάντοτε τη δημοσιονομική υπευθυνότητα και τη συνέπεια που επιτάσσουν οι καιροί.
Στη συζήτηση των αναλυτών υπάρχει πάντα το θέμα των εκλογικών κοινών στα οποία προσβλέπει η κάθε πολιτική δύναμη. Ο πρωθυπουργός έδωσε και από τη Θεσσαλονίκη το πολιτικοϊδεολογικό πρόσημο της ΝΔ. Με βάση αυτό, θεωρείτε ότι το μεγαλύτερο έλλειμμα είναι για εσάς αυτή την ώρα στα δεξιά ή στο κέντρο;
Η Νέα Δημοκρατία είναι μια μεγάλη λαϊκή και κεντροδεξιά παράταξη και, ακριβώς γι’ αυτό, η πολιτική της πρόταση απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας, με έμφαση στα πολυπληθέστερα κοινωνικά στρώματα.
Αυτό φάνηκε πολύ καθαρά και στη Θεσσαλονίκη. Ο πρωθυπουργός μίλησε για τον μισθωτό και τον δημόσιο υπάλληλο, για τον ελεύθερο επαγγελματία και τη μικρομεσαία επιχείρηση, για τον αγρότη και τον συνταξιούχο. Έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις οικογένειες με παιδιά, στους νέους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν τη δική τους στέγη, στους ενοικιαστές, αλλά και συνολικά στο διαθέσιμο εισόδημα της μεσαίας τάξης και των νοικοκυριών που έχουν πιεστεί από το κόστος ζωής.
Ταυτόχρονα, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να απευθύνεται στον πολίτη που ζητά ασφάλεια, αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων και σοβαρή εξωτερική πολιτική, όπως και στον πολίτη που προσδοκά μεταρρυθμίσεις, θεσμική σταθερότητα και μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Επιπλέον, στοχεύοντας να ανατρέψει τη χρόνια ανισότητα της ελληνικής περιφέρειας, εδώ και δύο χρόνια εκπονεί στρατηγική ανάπτυξης που αγγίζει τις περιφέρειες και τους δήμους, η οποία συμφωνείται με τις τοπικές κοινωνίες μέσα από εκτενή διαβούλευση.
Αυτό θεωρώ ότι είναι το πολιτικό της πλεονέκτημα: δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε επιμέρους ακροατήρια. Συνθέτει διαφορετικές κοινωνικές προσδοκίες σε μία πειστική κυβερνητική πρόταση. Τελικά, εκεί επιδιώκει να κριθεί: στο αν μπορεί να βελτιώνει ουσιαστικά τη ζωή του μεγαλύτερου δυνατού μέρους της κοινωνίας.
Ποια εκτιμάτε εσείς ότι τελικά θα είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ΝΔ, από τη μία και την ΕΛ.Α.Σ. και το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη; Είναι αποκλειστικά η οικονομία; Ή υπάρχει και κάτι ευρύτερο;
Η διαχωριστική γραμμή δεν είναι μόνο οικονομική. Αφορά και το πώς αντιλαμβάνεται κάθε πολιτική δύναμη τη διακυβέρνηση, τη σχέση με τους πολίτες και τη συνέπειά της απέναντί τους, καθώς και τη διαχείριση της διεθνούς παρουσίας της χώρας.
Με τον κ. Τσίπρα η διαφορά είναι δομική. Είναι διαφορετική αντίληψη για την οικονομία και τον ρόλο του κράτους αλλά και ζήτημα αξιοπιστίας. Ο κ. Τσίπρας έχει κυβερνήσει. Το 2015, μετά τις υποσχέσεις για κατάργηση των μνημονίων, η χώρα έζησε κλειστές τράπεζες, capital controls και κατέληξε σε ένα τρίτο μνημόνιο το οποίο ήταν αχρείαστο. Σήμερα μπορεί να επιχειρεί να παρουσιάσει μια νέα πολιτική πρόταση, αλλά η προσωπική κυβερνητική διαδρομή δεν διαγράφεται, ιδίως σε ένα βασικά προσωποκεντρικό κόμμα.
Με το ΠΑΣΟΚ, η κριτική της κυβέρνησης αφορά προτάσεις που θεωρούμε ότι δεν έχουν επαρκή κοστολόγηση, επιστροφή σε λογικές παροχών που δεν λαμβάνουν υπόψη τα δημοσιονομικά όρια και μια αντιπολιτευτική στάση που σε αρκετές περιπτώσεις απομακρύνεται από μια υπεύθυνη στάση.
Παράλληλα, υπάρχει άλλη μία διαχωριστική γραμμή: η σύγκριση με όσα έχουν ήδη αλλάξει στη χώρα από το 2019. Ένα κράτος πιο ψηφιακό και λειτουργικό, χαμηλότεροι φόροι, υψηλότεροι μισθοί και περισσότερες δουλειές, μείωση της ανεργίας, σταθερή στήριξη της οικογένειας και μέριμνα για το δημογραφικό και μια αναπτυξιακή στρατηγική που δεν περιορίζεται στην Αθήνα, αλλά εντάσσει συστηματικά την Περιφέρεια και τις τοπικές κοινωνικές και παραγωγικές δυνατότητες στον εθνικό σχεδιασμό. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα και το κόστος με το οποίο δανείζεται έχει πλησιάσει σημαντικά εκείνο των άλλων χωρών της Ευρωζώνης, ενώ διπλωματικά έχει ενισχύσει τις συμμαχίες, το αποτύπωμα και τη φωνή της στην Ευρώπη και στην περιοχή.
Επομένως, η πραγματική επιλογή δεν εξαντλείται στο ποιος υπόσχεται περισσότερα ή ποιος προτείνει διαφορετικό μείγμα μέτρων. Είναι ποιος μπορεί να προχωρήσει τη χώρα χωρίς να θέσει σε κίνδυνο όσα με κόπο αποκαταστάθηκαν και κατακτήθηκαν: τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, την οικονομική πρόοδο που μοιράζεται στην κοινωνία, την πολιτική σταθερότητα και τη διεθνή της θέση. Εκεί βρίσκεται η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή.
Όλα δείχνουν ότι το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά είναι προ των πυλών. Ο πρωθυπουργός έδωσε ένα στίγμα με «προειδοποιητικές βολές» θα έλεγα, όταν μίλησε για «τεχνογνωσία για να πλήξει την παράταξη». Αυτή θα είναι η στρατηγική σας απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό;
Η Νέα Δημοκρατία δεν χαράσσει στρατηγική απέναντι σε σενάρια, διαρροές και ονοματολογία. Είναι μια ιστορική, συγκροτημένη παράταξη με σαφή πολιτική ταυτότητα, κυβερνητική ευθύνη και συγκεκριμένο έργο. Όταν και εφόσον δημιουργηθεί νέο κόμμα, παρουσιάσει πρόγραμμα και συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις, θα σταθμιστεί και θα κριθεί από όλο το πολιτικό σύστημα, των πολιτών συμπεριλαμβανομένων.
Η κυβέρνηση οδεύει στις εκλογές με τη στρατηγική της μιας κάλπης και τη στρατηγική της αυτοδυναμίας. Plan B υπάρχει, αν αυτοί οι στόχοι δεν επιτευχθούν;
Η Νέα Δημοκρατία πηγαίνει στις εκλογές με στόχο την αυτοδυναμία, αφού θεωρούμε ότι, ειδικά σε αυτό το περιβάλλον, είναι αυτή που μπορεί να εξασφαλίσει πρόοδο, ελπίδα και ευημερία. Άλλωστε, όπως σας ανέφερα παραπάνω, απευθύνεται σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας. Όμως, όπως είναι και θεσμικά περιγεγραμμένο, ακόμα και αν η λαϊκή ετυμηγορία δεν δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί. Σε εκείνη την περίπτωση, οι δυνατότητες συνεννόησης θα κριθούν με βάση τις πολιτικές θέσεις, τη θεσμική σοβαρότητα και το εκλογικό αποτέλεσμα των παρατάξεων. Υπενθυμίζω, όμως, ότι ακόμα και με συνεδριακές αποφάσεις, άλλα κόμματα έχουν αποκλείσει τον δρόμο των συνεργασιών.