Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας μοιάζει ειλημμένη και αναζητείται ο τρόπος που θα υλοποιηθεί.

Ως πρακτική εφαρμογή του «δόγματος Ντονρόε» ερμηνεύονται από τον Τύπο και τις δεξαμενές σκέψεις στις ΗΠΑ οι τελευταίες ενέργειες της διοίκησης Ντόναλντ Τραμπ στην εξωτερική πολιτική.

Τι είναι αυτό; H «επικαιροποίηση» του αμερικανικού δόγματος Μονρόε του 19ου αιώνα με άφθονες δόσεις από την ιδεολογικοπολιτική προσέγγιση του νυν Αμερικανού προέδρου. Τι εμπεριέχει; Την αντίληψη ότι το δυτικό ημισφαίριο εμπίπτει στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, οι οποίες δεν θα ανεχθούν σε αυτή (ισχυρό) αποτύπωμα από τις έτερες παγκόσμιες δυνάμεις.

Εγγράφως, το «Ντονρόε» αποτυπώθηκε στη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Και επί του πεδίου, στην αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του προέδρου της, στη χθεσινή κατάληψη δύο δεξαμενόπλοιων και φυσικά στη έντονη ρητορική της Ουάσιγκτον για απόκτηση της Γροιλανδίας με οποιονδήποτε τρόπο.

Ιδιαίτερα για τη Γροιλανδία –το μεγαλύτερο και πιο αραιοκατοικημένο νησί του κόσμου που αποτελεί αυτόνομο έδαφος εντός του βασιλείου της Δανίας– η απόφαση εντός του Λευκού Οίκου για απόκτησή της μοιάζει ειλημμένη.Ο τρόπος είναι που διαφέρει μεταξύ των υπεύθυνων λήψης αποφάσεων.

Ορισμένοι προκρίνουν τη χρήση στρατιωτικής βίας έναντι ενός συμμάχου στο ΝΑΤΟ (με τις όποιες συνέπειες) και άλλοι, όπως ο υπουργός Εξωτερικών και προσωρινός Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, Μάρκο Ρούμπιο, προτιμούν κάτι που να ομοιάζει με αγοραπωλησία.

Το 2019, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ο κ. Τραμπ εξέφρασε το «ενδιαφέρον» του για τη Γροιλανδία. Οι ανανεωμένες «απειλές» του μετά τη Βενεζουέλα όπως «θα τα πούμε σε 20 ημέρες για τη Γροιλανδία» και η συναφής ρητορική των κορυφαίων στελεχών της διοίκησής του δείχνουν ότι είναι αποφασισμένος να κάνει το επόμενο βήμα.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, τις επόμενες ημέρες ο κ. Ρούμπιο συναντάται με τους υπουργούς Εξωτερικών των Γροιλανδίας και Δανίας, Βίβιαν Μότζφελντ και Λαρς Λόκε Ράσμουσεν αντιστοίχως. Τα «καρφιά» του Γερμανού πρόεδρου, Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγερ, «να προλάβουμε τη μετατροπή του κόσμου σε άντρο ληστών» και του Εμανουέλ Μακρόν περί «νεοαποικιακής επιθετικότητας» αλλά ακόμα και η κριτική κορυφαίων Ρεπουμπλικανών όπως ο γερουσιαστής Μιτς ΜακΚόνελ δεν «άγγιξαν» τον Λευκό Οίκο.

Διεθνή μέσα όπως το Politico αναλύουν πώς οι ΗΠΑ μπορούν να αποκτήσουν τη Γροιλανδία. Πέραν της στρατιωτικής ισχύος, το δημοσίευμα παρουσιάζει τρεις ακόμα εκδοχές: α) εκστρατεία επιρροής για την ενίσχυση του κινήματος ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας από τη Δανία, β) ενσωμάτωση στις ΗΠΑ ή προσφορά μιας καλής συμφωνίας στη Γροιλανδία (όπως υπογραφή Συμφώνου Ελεύθερης Σύνδεσης) και γ) ανταλλάγματα με Ουκρανικό. Δηλαδή μια βαθύτερη εμπλοκή των ΗΠΑ στις εγγυήσεις ασφαλείας για το Κίεβο προκειμένου οι Ευρωπαίοι να συγκατανεύσουν σε «ενισχυμένο ρόλο» των ΗΠΑ στο νησί.

Σύμφωνα με την «Washington Post», σε δύο περσινές έρευνες από εφημερίδες της Γροιλανδίας και της Δανίας, η συντριπτική πλειονότητα των Γροιλανδών ήταν αντίθετη σε προσάρτηση ή ένταξη της πατρίδας τους στις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, η πλειονότητα υποστήριξε την ανεξαρτησία από τη Δανία. Η Γροιλανδία αποτελεί δανέζικο έδαφος για πάνω από 300 χρόνια, αρχικά ως αποικία και από το 1979 ως αυτόνομη περιοχή. Στο δημοψήφισμα του 2008, οι Γροιλανδοί ψήφισαν υπέρ της ενίσχυσης της αυτονομίας τους, ωστόσο για την άμυνα και την εξωτερική πολιτική του νησιού υπεύθυνη παραμένει η Κοπεγχάγη.

Ούσα γεωγραφικά στη Βόρεια Αμερική, ανατολικά του Καναδά και βορειοδυτικά της Ισλανδίας, η Γροιλανδία –ένα έθνος μόλις 57.000 κατοίκων– διαθέτει πλούσιους και σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται κοιτάσματα διαμαντιών, γραφίτη, λιθίου, χαλκού, νικελίου και γαλλίου, καθώς και πετρέλαιο και ορυκτά σπάνιων γαιών, όπως το νεοδύμιο και το δυσπρόσιο (Κίνα και Ρωσία συγκαταλέγονται στους κορυφαίους παραγωγούς των δύο τελευταίων). Οι αναφορές του Τραμπ σε «λόγους εθνικής ασφάλειας» συνδέονται με το γεγονός ότι οι σπάνιες γαίες χρησιμοποιούνται σε smartphones, ισχυρούς μαγνήτες και, φυσικά, στην αμυντική τεχνολογία.

Κατάληψη δύο τάνκερ

Όσον αφορά τη χθεσινή κατάληψη δύο δεξαμενόπλοιων που μετέφεραν πετρέλαιο –το ένα εκ των οποίων υπό ρωσική σημαία– από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στον Ατλαντικό Ωκεανό και την Καραϊβική Θάλασσα, πέραν της λογικής «Ντονρόε», το περιστατικό συνδέεται και με τη βούληση του Αμερικανού προέδρου να ελέγχει κάθε ροή ενεργειακών πόρων από και προς τη Βενεζουέλα. Και ταυτόχρονα επρόκειτο για ένα «σήμα» προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Σύμφωνα με τις ΗΠΑ, τόσο το υπό ρωσική σημαία «Marinera» όσο και αυτό υπό τη σημαία του Παναμά ανήκαν στον σκιώδη στόλο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά πετρελαίου από τη Βενεζουέλα και το Ιράν που υπόκεινται σε κυρώσεις. «Ήταν ένα ψεύτικο ρωσικό πετρελαιοφόρο. Προσπάθησαν να προσποιηθούν ότι είναι ρωσικό πετρελαιοφόρο για να αποφύγουν το καθεστώς κυρώσεων», σημείωσε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι ντι Βανς.

Ενώ από τον Λευκό Οίκο υπογράμμιζαν ότι η μόνη θαλάσσια μεταφορά ενέργειας που επιτρέπεται «θα είναι αυτή που συνάδει με την αμερικανική νομοθεσία και την εθνική ασφάλεια».