Τα όσα καταθέτουν δημόσια στελέχη του κόμματος Τσίπρα για ζητήματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής φανερώνουν πως μοναδικός τους στόχος είναι να χαϊδέψουν τα αυτιά ψηφοφόρων που ανήκουν σε συγκεκριμένο χώρο.
Δύο πρόσφατα περιστατικά προκαλούν ερωτήματα αναφορικά με τις θέσεις της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα για την εξωτερική πολιτική και τις διμερείς σχέσεις. Πρώτα απ’ όλα, η αναφορά του ίδιου του πρώην πρωθυπουργού στα εξοπλιστικά προγράμματα και τη σύνδεση που επιχειρεί με την ανάπτυξη των ελληνικών νησιών, θυμίζοντας κάπως το δίλημμα που κυριάρχησε στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Συγκεκριμένα, αναρωτήθηκε αν «ισχυρή Ελλάδα σημαίνει να επενδύουμε σε φρεγάτες και αεροσκάφη Rafale» και όχι το «να έχουμε ανθρώπους που μπορούν να μείνουν στα νησιά» και καταλήγει: «Αν εγκαταλειφθούν τα νησιά, νομίζουμε ότι θα μπορέσουμε να τα σώσουμε μονάχα με τους ισχυρούς εξοπλισμούς;».
Τι σχέση όμως έχει η οικονομική ανάπτυξη των νησιών με τα εξοπλιστικά προγράμματα; Δηλαδή η χώρα πρέπει να κάνει ή το ένα ή το άλλο; Ειδικά όταν έχει απέναντί της έναν γείτονα με αναθεωρητικές θέσεις και μια απειλή πολέμου –casus belli– ενεργή πάνω από 30 χρόνια;
Εκτός αν στην ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα παραμένει κυρίαρχη η λογική που είχε αποτυπωθεί το 2012 από στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, ως θέση του κόμματος στο οποίο τότε ήταν πρόεδρος, για μεταφορά πόρων από τα εξοπλιστικά προγράμματα για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, με την άποψη ότι «θα το ρισκάρουμε με την Τουρκία».
Σε κάθε περίπτωση, είναι κεντρικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής η αποτρεπτική ισχύς της χώρας ώστε να είναι πυλώνας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Και είναι η περιοχή και οι συνθήκες που υποχρεώνουν τη χώρα να εξοπλίζεται και να θωρακίζεται αμυντικά.
Το δεύτερο περιστατικό είναι η θέση που εξέφρασε η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛΑΣ, Θεώνη Κουφονικολάκου, σχετικά με τον Νετανιάχου και τις διμερείς σχέσεις με το Ισραήλ, καθώς υιοθέτησε τη λογική του δημάρχου της Νέας Υόρκης, που έχει μετατραπεί σε ίνδαλμα για την Αριστερά, όπως ο Σάντσεθ για τους σοσιαλιστές.
Η κ. Κουφονικολάκου δήλωσε, λοιπόν, ότι αν η ΕΛΑΣ ήταν κυβέρνηση και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επισκεπτόταν την Ελλάδα, θα εκτελούσε το ένταλμα σύλληψης, προσθέτοντας μάλιστα ότι το κόμμα έχει ταχθεί υπέρ της άσκησης πίεσης για αναστολή της σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης με το Ισραήλ, αλλά και υπέρ της αναστολής των διμερών. Και αυτά σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Διότι μπορεί να το θέτει ως θέμα για παράδειγμα η κυβέρνηση Σάντσεθ και να πιέζει την Ευρωπαϊκή Ενωση, μόνο που η Ισπανία «κείται μακράν» και ταυτόχρονα διατηρεί εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία και σε επίπεδο εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Είναι βέβαιο ότι η παραπάνω λογική θα βρει… συμπαραστάτες εν Ελλάδι από τους πρώην συντρόφους του Αλέξη Τσίπρα. Οπως και από εκείνους που έχουν ξεκινήσει το κυνήγι… μαγισσών φορώντας ομοιόμορφα ρούχα με παλαιστινιακές σημαίες ή από όσους, σε μια αναβίωση του αντισημιτισμού, τρέχουν στα λιμάνια για να αποτρέψουν την αποβίβαση Ισραηλινών τουριστών.
Μόνο που στην εξωτερική πολιτική μπαίνει πάντα μπροστά το εθνικό συμφέρον. Εκτός αν ο νέος πατριωτισμός που επικαλείται ο Α. Τσίπρας κινείται πέραν της διπλωματικής και αμυντικής θωράκισης της χώρας.
Σε κάθε περίπτωση, οι απόψεις που κατατέθηκαν από πλευράς ΕΛΑΣ και για τα εξοπλιστικά προγράμματα, και για τη σύλληψη Νετανιάχου, και για τη διακοπή των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων με το Ισραήλ, φανερώνουν πως τα θέματα εξωτερικής πολιτικής αντιμετωπίζονται ως ευκαιρία να χαϊδέψουν τα αυτιά ψηφοφόρων που ανήκουν σε συγκεκριμένο χώρο και που ίσως έδειξαν μια κάποια… δυσφορία όταν το κόμμα Τσίπρα τάχθηκε υπέρ της εφαρμογής του νόμου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»