Η εκδήλωση του Αλέξη Τσίπρα στο Χαλάνδρι επιχείρησε restart της Κεντροαριστεράς, αλλά θύμισε περισσότερο reunion παλιών αποτυχημένων πολιτικών συνταγών.
Σε ένα σκηνικό έντονης πολιτικής σκηνοθεσίας, με συνθήματα περί «κυβερνώσας Αριστεράς της νέας εποχής» και φόντο το θέατρο Ρεματιάς στο Χαλάνδρι, ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να παρουσιάσει το επόμενο βήμα της προσωπικής του πολιτικής επανεκκίνησης. Η εκδήλωση, που οργανώθηκε από πρωτοβουλία πολιτών της βόρειας Αθήνας, είχε όλα τα στοιχεία μιας προαναγγελίας νέου κόμματος: προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, «προοδευτικό» περιτύλιγμα, πρόσωπα από τον παλιό κομματικό μηχανισμό και μια προσπάθεια να εμφανιστεί ως ώριμη ανάγκη της κοινωνίας αυτό που μοιάζει περισσότερο με ανάγκη πολιτικής επιβίωσης ενός φθαρμένου πολιτικού χώρου. Το πρόβλημα για τον πρώην πρωθυπουργό είναι ότι όσο κι αν αλλάζει το σκηνικό, το κοινό θυμάται ακόμα το έργο.
Στην ομιλία του, ο Τσίπρας επιχείρησε να εμφανιστεί ως ο φυσικός ηγέτης μιας νέας «προοδευτικής παράταξης» που —όπως είπε— δεν θα κάνει απλώς αντιπολίτευση στον Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά θα τον νικήσει. Με βαρύγδουπες αναφορές σε «αναξιοπρέπεια», «κατάλυση της δημοκρατίας» και «Μητσοτάκης Ltd», ο πρώην πρωθυπουργός επέστρεψε στην αγαπημένη του συνταγή: υψηλοί τόνοι, δραματοποίηση της πολιτικής κατάστασης και εύκολη στοχοποίηση της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Παράλληλα, επιχείρησε νέο άνοιγμα στη μεσαία τάξη, απορρίπτοντας κάθε σενάριο φορολογικής επιβάρυνσής της — παρότι η ίδια κοινωνική ομάδα θυμάται πολύ καλά ποιος την αποκαλούσε κάποτε σχεδόν… προνομιούχα φορολογική δεξαμενή.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο σε όσα είπε, αλλά κυρίως σε όσα αποκάλυψε άθελά του η ίδια η εικόνα της εκδήλωσης. Γιατί πίσω από τα συνθήματα περί «νέας εποχής», διακρινόταν μια έντονη οσμή πολιτικού déjà vu. Τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες πολιτικές αναφορές, οι ίδιες καταγγελίες και η ίδια προσπάθεια να βαφτιστεί ως «καινούργιο» κάτι που στην πραγματικότητα αποτελεί ανακύκλωση ενός πολιτικού μοντέλου που δοκιμάστηκε και φθείρθηκε.
Η «νέα εποχή» με το παλιό καστ
Αν κάποιος παρακολουθούσε μόνο τις παρουσίες στην εκδήλωση, δύσκολα θα πίστευε ότι πρόκειται για την απαρχή ενός νέου πολιτικού εγχειρήματος. Στελέχη του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, πρόσωπα της ευρύτερης Κεντροαριστεράς, γνωστές φυσιογνωμίες της αντιμνημονιακής περιόδου και κομματικοί παράγοντες που εδώ και χρόνια ανακυκλώνονται στον ίδιο πολιτικό χώρο, συγκροτούσαν ένα σκηνικό περισσότερο νοσταλγικό παρά ανανεωτικό.
Η εικόνα θύμιζε πολιτική επανασύνδεση παλιών δικτύων εξουσίας που αναζητούν νέο αφήγημα για να επιστρέψουν στο προσκήνιο. Μόνο που η κοινωνία του 2026 δεν είναι εκείνη του 2014. Οι πολίτες πλέον αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη καχυποψία τις εύκολες καταγγελίες και τα μεγαλόστομα συνθήματα.
Η μόνιμη επένδυση στην καταγγελία
Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στη ρητορική της καταγγελίας. «Κράτος δικαίου», «ολιγάρχες», «τραπεζικά υπερκέρδη», «Μητσοτάκης Ltd». Οι φράσεις αλλάζουν ελάχιστα εδώ και χρόνια. Η στρατηγική είναι πάντα η ίδια: δημιουργία κλίματος γενικευμένης παρακμής και ηθικής απαξίωσης των πολιτικών αντιπάλων.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η τακτική αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με πολιτική ρουτίνα χωρίς πειστικό αντίκρισμα. Διότι οι πολίτες περιμένουν συγκεκριμένες λύσεις και όχι διαρκή αναπαραγωγή συνθημάτων. Και όταν ο πρώην πρωθυπουργός μιλά για «αισχροκέρδεια» και υπόσχεται ότι «το 1% θα περάσει από τον πάγκο», η συζήτηση μεταφέρεται ξανά σε μια λογική ταξικού αυτοματισμού που θυμίζει περισσότερο πολιτική δεκαετίας του ’80 παρά σύγχρονη ευρωπαϊκή πρόταση διακυβέρνησης.
Το φάντασμα της φορολογίας επιστρέφει
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η προσπάθεια του Τσίπρα να καθησυχάσει τη μεσαία τάξη. Η ανάγκη αυτής της διευκρίνισης από μόνη της αποκαλύπτει και το πολιτικό βάρος που κουβαλά ακόμη η προηγούμενη διακυβέρνησή του. Γιατί η μεσαία τάξη θυμάται πολύ καλά ποιος αύξησε φόρους, εισφορές και επιβαρύνσεις στο όνομα της «κοινωνικής δικαιοσύνης».
Έτσι, όταν σήμερα εμφανίζεται να υπόσχεται ότι τα χρήματα θα βρεθούν αποκλειστικά από «20 μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους», η εικόνα μοιάζει περισσότερο με προεκλογικό σύνθημα παρά με σοβαρή οικονομική πολιτική. Οι εύκολες υποσχέσεις περί φορολόγησης των «λίγων» ήταν πάντα επικοινωνιακά ελκυστικές. Στην πράξη όμως, η οικονομία δεν λειτουργεί με πολιτικά συνθήματα.
Από την «Ιθάκη» στον… θερισμό
Η αναφορά του πρώην πρωθυπουργού στην «Ιθάκη» και στον «μήνα του θερισμού» αποκάλυψε και κάτι ακόμη: την προσπάθεια δημιουργίας πολιτικού momentum μέσω συμβολισμών. Ο Τσίπρας επιχειρεί να χτίσει αφήγημα επιστροφής, παρουσιάζοντας την πολιτική συγκυρία ως ώριμο ιστορικό σημείο για την επανεμφάνισή του.
Ωστόσο, όσο περισσότερο επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μοναδικός εκφραστής της «προοδευτικής παράταξης», τόσο περισσότερο αναδεικνύεται το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς νέο κομίζει; Διότι μέχρι στιγμής, πίσω από τις θεατρικές ατάκες και τις συμβολικές αναφορές, δύσκολα διακρίνει κανείς ουσιαστική πολιτική ανανέωση.
Η κοινωνία κοιτά μπροστά, όχι πίσω
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του εγχειρήματος δεν είναι οργανωτικό ούτε επικοινωνιακό. Είναι πολιτικό και βαθιά συμβολικό. Η χώρα έχει ήδη περάσει από μια περίοδο ακραίας πόλωσης, οικονομικής αβεβαιότητας και πειραματισμών που κόστισαν ακριβά. Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια επιστροφής στο ίδιο πολιτικό μοντέλο αντιμετωπίζεται πλέον με αυξημένο σκεπτικισμό.
Το θέατρο Ρεματιάς μπορεί να γέμισε από στελέχη, χειροκροτήματα και κομματικές παρουσίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι γέμισε και το πολιτικό κενό που προσπαθεί να καλύψει ο Τσίπρας. Γιατί στην πολιτική, η νοσταλγία συχνά λειτουργεί ως παρηγοριά για τους insiders — όχι όμως πάντα ως πειστική πρόταση για την κοινωνία.