Τη στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας συνεχίζει το rebranding και ορισμένοι τον περιμένουν ως τον δήθεν… μεσσία που θα κοντραριστεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη (παρά το γεγονός ότι έχει χάσει… παντού), πρόσωπα που ταυτίστηκαν με την περίοδο διακυβέρνησής του επανέρχονται, δείχνοντας την πικρία τους. 

Ο λόγος για τον Προκόπη Παυλόπουλο και τη Βασιλική Θάνου, οι οποίοι άρπαξαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν για τη λειτουργία και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μολονότι η πορεία της είναι –στην καλύτερη περίπτωση– αμφιλεγόμενη. Ειδικότερα, μιλώντας στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφεύγοντας –όπως είπε– να σχολιάσει «το υπαρκτό σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ», έσπευσε να υπογραμμίσει ότι «η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάνει τη δουλειά της και κατά κοινή ομολογία την κάνει καλά», εφιστώντας την προσοχή απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. 

Σε γραμμή Κοβέσι, στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της ανανέωσης της θητείας των Ελλήνων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, υπογραμμίζοντας ότι, αν και δεν είναι δεσμευτική η θετική εισήγηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θα πρέπει να λάβει σοβαρά όλες τις παραμέτρους και στην περίπτωση που αποφασίσει να μην ανανεώσει τη θητεία τους «θα πρέπει κατά την εκτίμησή μου για λόγους δεοντολογίας και σεβασμού, όχι σε επίπεδο νομικό, σε επίπεδο αρχών του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, να εξηγήσει ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε».

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Βασιλική Θάνου, που σε άρθρο της ανέλυσε τη διαδικασία επιλογής και ανανέωσης των Ελλήνων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, υπενθυμίζοντας ότι η τελική απόφαση ανήκει επίσης στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Ωστόσο, έθεσε ένα κρίσιμο – κατά την ίδια– ζήτημα: τι θα σήμαινε μια ενδεχόμενη απόρριψη της ανανέωσης, ιδίως όταν πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που είχαν προηγουμένως κριθεί κατάλληλα. 

Η αναφορά της σε «ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις» και πολιτικές πιέσεις, σε μια περίοδο όπου εξελίσσονται έρευνες για υποθέσεις που φέρονται να έχουν ενοχλήσει πολιτικά πρόσωπα, μάλλον έδειξε περισσότερο ότι η μνήμη στη χώρα αυτή λειτουργεί επιλεκτικά. 

Κι αυτό διότι αν ανατρέξει κανείς στο βιογραφικό της θα διαπιστώσει ότι η ίδια ταυτίστηκε με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που έγιναν από την τότε κυβέρνηση Τσίπρα, οι οποίες μάλλον δεν συνάδουν με το κράτος δικαίου. 

Η ανάληψη καθηκόντων άμισθης νομικής συμβούλου στο γραφείο του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή της, προκάλεσε αντιδράσεις για τη σχέση Δικαιοσύνης και εκτελεστικής εξουσίας. Ακολούθησε η τοποθέτησή της στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες βρίσκονταν ήδη στο μικροσκόπιο της αντιπολίτευσης και της κοινής γνώμης. Οι επιλογές αυτές ερμηνεύτηκαν από πολλούς ως ενδεικτικές μιας πιο «ευέλικτης» αντίληψης για τα όρια μεταξύ θεσμικών ρόλων. 

Στο παρασκήνιο εκείνης της περιόδου, εξάλλου, κυριάρχησε και η συζήτηση περί «Ρασπούτιν» (του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου) – ενός προσώπου-σύμβολο για φερόμενες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη. 

Την ίδια στιγμή, ο Προκόπης Παυλόπουλος βρέθηκε στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα σε μια περίοδο όπου η χώρα δοκιμάστηκε σκληρά. 

Το καλοκαίρι του 2015, υπέγραψε την προκήρυξη του δημοψηφίσματος που εισηγήθηκε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα σε μια συγκυρία όπου η ελληνική οικονομία βρισκόταν στα όρια της ασφυξίας και το ενδεχόμενο εξόδου από την Ευρωζώνη είχε επανέλθει στο τραπέζι. 

Η επιλογή εκείνη, αν και τυπικά ενταγμένη στο συνταγματικό πλαίσιο, αποτέλεσε αντικείμενο έντονης πολιτικής κριτικής, αφού είχαν προηγηθεί τα περί σκισίματος του μνημονίου με έναν νόμο και ένα άρθρο! Για πολλούς, ήταν μια στιγμή όπου ο ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίστηκε σε επικύρωση κυβερνητικών επιλογών, χωρίς εμφανή διάθεση ανάσχεσης μιας εξαιρετικά ριψοκίνδυνης πολιτικής κίνησης. Υπό αυτό το πρίσμα, οι σημερινές παρεμβάσεις των δύο πρώην αξιωματούχων φέρουν το αποτύπωμα μιας περιόδου όπου οι ίδιες αρχές δοκιμάστηκαν έντονα. 

Με λίγα λόγια, εκείνοι που σήμερα καλούν σε σεβασμό των διαδικασιών είναι οι ίδιοι που βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας εποχής όπου οι διαδικασίες αυτές ερμηνεύτηκαν –κατά περίπτωση– με τρόπο ιδιαίτερα «δημιουργικό», όπως υποστήριζε και ο πρώην ΥΠΟΙΚ, Γιάνης Βαρουφάκης.