Η νέα πρόκληση του πρωθυπουργού της Βόρειας Μακεδονίας, Μίτσκοσκι, στα αποκαλυπτήρια μνημείου στην Αλβανία, όπου εμφανίστηκε να μιλά για «Μακεδονία» με φόντο τον «Ήλιο της Βεργίνας», δεν αποτελεί μια ακόμη μεμονωμένη πρόκληση.

Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επαναφοράς συμβόλων, όρων και αφηγημάτων, που η Συμφωνία των Πρεσπών, υποτίθεται, ότι είχε κλείσει οριστικά.

Το γεγονός αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προέρχεται από περιθωριακούς κύκλους ή εθνικιστικές οργανώσεις, αλλά από τον ίδιο τον πρωθυπουργό του κρατιδίου. Και αυτό ακριβώς ανησυχεί πλέον, όχι μόνο την Αθήνα, αλλά και διπλωματικούς κύκλους της ΕΕ, που παρακολουθούν με αυξανόμενη αμηχανία τη σταδιακή αποδόμηση του πνεύματος των Πρεσπών.

«Εξαγωγή» προκλήσεων

Βαλκανικά μέσα ενημέρωσης κατέγραψαν με σαφήνεια το περιστατικό. Το βουλγαρικό Actualno ανέφερε ότι στο μνημείο, που εγκαινίασε ο Μίτσκοσκι στην περιοχή Τούμινετς της Αλβανίας, δεσπόζει ο «Ήλιος της Βεργίνας», σύμβολο που συνδέεται ευθέως με την ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας. Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου, σε αλβανικό έδαφος, αποκτά πρόσθετη βαρύτητα. Καταδεικνύει μια προσπάθεια του Μίτσκοσκι να «εξαγάγει» τον αλυτρωτισμό του στις γειτονικές μειονότητες, τεστάροντας ταυτόχρονα τα αντανακλαστικά των Τιράνων, τα οποία βρίσκονται στη δική τους λεπτή ισορροπία στις σχέσεις τους με την Αθήνα.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο συμβολικό. Είναι βαθιά πολιτικό και γεωπολιτικό. Η Συμφωνία των Πρεσπών προέβλεπε ρητά ότι η Βόρεια Μακεδονία όφειλε να αποσύρει τον «Ήλιο της Βεργίνας» από δημόσιους χώρους, μνημεία και οποιαδήποτε κρατική χρήση, αναγνωρίζοντας ότι το σύμβολο ανήκει στην ελληνική ιστορική κληρονομιά. Το 2019, μάλιστα, τα ίδια τα μέσα της Βόρειας Μακεδονίας επιβεβαίωναν ότι η χρήση του συμβόλου απαγορευόταν επισήμως.

Σήμερα, όμως, παρατηρείται κάτι διαφορετικό… Όχι απλώς ανοχή, αλλά πολιτική επανανομιμοποίηση της επίσημης χρήσης αυτών των συμβόλων από το κράτος των Σκοπίων! Ο Μίτσκοσκι φαίνεται να επενδύει συστηματικά σε μια πολιτική «ελεγχόμενης παραβίασης» της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν δηλώνει ευθέως ότι την καταργεί... Επιχειρεί, όμως, να τη φθείρει πολιτικά και ψυχολογικά μέσα από συνεχείς κινήσεις χαμηλής αλλά διαρκούς έντασης, με τη χρήση του όρου «Μακεδονία», δημόσιες εμφανίσεις με ελληνικά σύμβολα της αρχαίας Μακεδονίας, αναβίωση αφηγημάτων ιστορικής συνέχειας και την καλλιέργεια ενός νέου εθνικιστικού κλίματος στο εσωτερικό της χώρας. Και αυτό συμβαίνει σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία για τα Βαλκάνια.

Ευρωπαϊκές ευθύνες

Η ΕΕ αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές δυσκολίες στην περιοχή… Βουλγαρικό βέτο για τα Σκόπια, ένταση Σερβίας-Κοσόβου, αυξανόμενη ρωσική και τουρκική επιρροή, πολιτική αστάθεια στη Βοσνία. Ειδικότερα, το «πάγωμα» της ευρωπαϊκής προοπτικής των Σκοπίων λόγω του βουλγαρικού βέτο προσφέρει στον Μίτσκοσκι το ιδανικό πολιτικό πρόσχημα. Μπορεί πλέον να ισχυριστεί στο εσωτερικό του ακροατήριο πως «αφού η ΕΕ μας κλείνει την πόρτα, εμείς επιστρέφουμε στις ρίζες μας», νομιμοποιώντας έτσι την εθνικιστική αναδίπλωση.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η ευρωπαϊκή στασιμότητα συναντά τον βαλκανικό εθνικισμό. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιστροφή ταυτοτικών και ιστορικών συγκρούσεων στα Σκόπια λειτουργεί ως παράγοντας αποσταθεροποίησης και όχι ως στοιχείο ευρωπαϊκής προσαρμογής.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και διεθνείς αναλύσεις για τη Βόρεια Μακεδονία κάνουν πλέον λόγο για αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις των Σκοπίων με τις Βρυξέλλες και για δυσκολία ευθυγράμμισης της κυβέρνησης Μίτσκοσκι με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Η «αμηχανία» των Βρυξελλών, που παρακολουθούν τις εξελίξεις χωρίς ουσιαστική παρέμβαση, δημιουργεί ένα πολιτικό κενό, το οποίο ο Μίτσκοσκι σπεύδει να εκμεταλλευτεί.

Συναγερμός στην Αθήνα

Για την Αθήνα, η ανάδειξη αυτού ακριβώς του κενού ως κινδύνου για τη σταθερότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ίσως αποτελεί πλέον το ισχυρότερο διπλωματικό επιχείρημά της. Η πραγματική διάσταση του ζητήματος, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Ο «αλυτρωτισμός» της ηγεσίας των Σκοπίων δεν λειτουργεί, πλέον, μόνο ως εργαλείο για εσωτερική κατανάλωση... Μετατρέπεται σταδιακά σε μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης και γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.

Σε μια περίοδο κατά την οποία τα Βαλκάνια επανέρχονται στο επίκεντρο του ανταγωνισμού Δύσης, Ρωσίας και Τουρκίας, κάθε αναθεωρητική κρίση αποκτά πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η Άγκυρα παρακολουθεί στενά αυτές τις εξελίξεις, καθώς κάθε εστία πίεσης προς την Ελλάδα στα βόρεια σύνορά της λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η Ρωσία έχει διαχρονικά αξιοποιήσει τις βαλκανικές εντάσεις και παραδοσιακά ευνοείται από τη διατήρηση εστιών αστάθειας στην περιοχή, καθώς έτσι δυσκολεύεται η πλήρης ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και τη Δύση γενικότερα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τα περιστατικά αυτά ως έναν ακόμα «γραφικό βαλκανικό εθνικισμό». Πρόκειται για σταδιακή επαναφορά μιας πολιτικής που αμφισβητεί ευθέως τη λογική πάνω στην οποία στηρίχθηκε η Συμφωνία των Πρεσπών και η οποία απαιτεί πλέον από την πλευρά της Αθήνας μια συνεχή και ενεργητική διπλωματία.

Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μήνυμα πίσω από τις τελευταίες κινήσεις Μίτσκοσκι, ότι δηλαδή στα Βαλκάνια οι συμφωνίες δεν κρίνονται μόνο όταν υπογράφονται... Κρίνονται καθημερινά από το αν οι πολιτικές ηγεσίες πιστεύουν πραγματικά σε αυτές ή αν απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να τις αδειάσουν εκ των έσω!