Μέσα στον κυκεώνα των αντιπολιτευτικών αντιφάσεων, το θέμα της αντιμετώπισης της Δικαιοσύνης καταλαμβάνει μία από τις κορυφαίες θέσεις, καθώς στην Ελλάδα παρατηρείται η αντιθεσμική πρωτοτυπία της μαζικής επίθεσης εναντίον της.
Ενας πολύ απλός τρόπος για να καταλάβουμε το αυτονόητο είναι να δούμε πώς υποδέχεται η αντιπολίτευση μια δικαστική απόφαση που τη συμφέρει και πώς αντιμετωπίζει μία που δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της. Στην πρώτη περίπτωση, η απόφαση είναι «ιστορική», «θεσμική επιβεβαίωση» και «θρίαμβος του κράτους δικαίου». Στη δεύτερη, είναι «συγκάλυψη», «πλυντήριο» και «κουκούλωμα».
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια η χώρα έχει δει αυτό το μοτίβο να επαναλαμβάνεται με μηχανική κανονικότητα, σε τουλάχιστον τέσσερις μεγάλες υποθέσεις.
Θεσμικές προσβολές
Στις 27 Απριλίου, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας εξέδωσε μια εκτενή, τεκμηριωμένη πράξη 17 σελίδων, στην οποία εξηγούσε, βάσει άρθρων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, γιατί δεν συνέτρεχε νομική αιτιολογία για να ξανανοίξει η δικογραφία των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.
Στις 7 Αυγούστου, νέα απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διατήρησε την ίδια υπόθεση στο αρχείο. Ο Ευάγγελος Μπακέλας, με ξεχωριστές πράξεις του, απέρριψε τα αιτήματα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη και του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, για να ανασυρθεί η υπόθεση από το αρχείο.
Ηταν μία κίνηση που, σύμφωνα με το άρθρο, είχε σκοπό να βρει εκ νέου τα βήματά του το «αντιμητσοτακικό μέτωπο». Η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν αρνήθηκε αυθαίρετα να ερευνήσει την πιθανότητα ανάσυρσης της υπόθεσης, αλλά εφάρμοσε το άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ. Το συγκεκριμένο άρθρο επιτρέπει την ανάσυρση αρχειοθετημένης υπόθεσης μόνο όταν προκύπτουν στοιχεία «γνησίως νέα» και όχι όταν πρόκειται απλώς για επανάληψη ή αναδιατύπωση όσων ήταν ήδη γνωστά.
Η απάντηση της αντιπολίτευσης ήρθε προτού καν προλάβει κανείς να διαβάσει την αιτιολογία. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης χαρακτήρισε την απόφαση «πλυντήριο», μια λέξη που δεν αμφισβητεί με επιχείρημα την απόφαση, αλλά προσβάλλει ευθέως την ακεραιότητα του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού της χώρας, υπονοώντας συνειδητή συγκάλυψη.
Ο Αλέξης Τσίπρας, από την πλευρά του, σχολίασε πως «ό,τι εύκολα μπαίνει στο αρχείο, το ίδιο εύκολα βγαίνει από το αρχείο». Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την προκατάληψη ότι κάθε κίνηση της Δικαιοσύνης που δεν εξυπηρετεί τους κομματικούς σκοπούς της αντιπολίτευσης «δεν είναι Δικαιοσύνη». Πρόκειται και για κάτι χειρότερο: για κυνική ομολογία και προαναγγελία της εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης σε περίπτωση επαναπόκτησης της εξουσίας. Οσα rebrandings κι αν κάνει ο Αλέξης Τσίπρας, οι «αρμοί της εξουσίας» και ο έλεγχός τους θα είναι το μόνιμο απωθημένο του.
Κανείς από τους δύο δεν αναφέρθηκε στο νομικό επιχείρημα του «οιονεί δεδικασμένου» που διέτρεχε ολόκληρη την πράξη Τζαβέλλα. Κανείς δεν εξήγησε γιατί η αναφορά σε στοιχεία ήδη γνωστά στον αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση από το 2024 θα έπρεπε να θεωρηθεί «νέα». Η κριτική δεν στράφηκε στη νομική επιχειρηματολογία, αλλά στο πρόσωπο και στο κύρος του δικαστικού λειτουργού. Είναι ενδεικτικό ότι η ρητορική αυτή ξεπέρασε τα όρια της θεμιτής πολιτικής κριτικής, αγγίζοντας εκείνα της ευθείας αμφισβήτησης των δικαστικών λειτουργών και της ανεξαρτησίας τους.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε τον Μάιο, όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, σε δημόσια αντιπαράθεση με τον διοικητή της ΕΥΠ σχετικά με την παρακολούθησή του, στράφηκε ανοιχτά και κατά της στάσης του ίδιου του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δεν περιορίστηκε στα όσα εμμονικά επαναλαμβάνει διαρκώς για το θέμα, αλλά προχώρησε σε δηλώσεις που αμφισβητούσαν τη λειτουργική ανεξαρτησία του ανώτατου δικαστικού σώματος.
Τον περασμένο Ιούλιο, μετά τις διώξεις τεσσάρων βουλευτών στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, στελέχη της αντιπολίτευσης, μιλώντας για «κυβέρνηση υποδίκων» και για «συμμορίες», προδίκαζαν τη δημόσια ενοχή προσώπων που δεν είχαν ακόμη δικαστεί, παραβιάζοντας κατάφωρα το τεκμήριο αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας, βεβαίως, είναι ιερό όταν αφορά εμπλεκομένους σε διάφορες υποθέσεις οι οποίοι προέρχονται από την αντιπολίτευση ή την υποστηρίζουν.
Ποδαρικό με… Novartis
Για να καταλάβει κανείς πόσο βαθιά είναι ριζωμένη η αντίληψη ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί εργαλείο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης και όχι ανεξάρτητο θεσμό, αξίζει να θυμηθούμε το προηγούμενο της Novartis.
Το 2018, η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έστησε, μέσω προστατευόμενων μαρτύρων που αργότερα καταδικάστηκαν για ψευδή κατάθεση, μια υπόθεση η οποία ανάγκασε εννέα πολιτικά πρόσωπα και τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος να απολογηθούν δημόσια στη Βουλή για κατηγορίες που αποδείχθηκαν, χρόνια μετά, ανυπόστατες. Ο ίδιος ο Ευάγγελος Βενιζέλος το χαρακτήρισε ενόρκως «θεσμική συνωμοσία κατά της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου». Ο τότε αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης καταδικάστηκε μεν, αλλά με πρόστιμο 10.000 ευρώ, για την υπόθεση που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει δημοσίως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους».
Κανείς άλλος δεν λογοδότησε ποτέ. Η Novartis είναι η μήτρα του μοντέλου που αναπαράγεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια: η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκπαίδευσε την ελληνική κοινωνία στην αντίληψη ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο εναντίον πολιτικών αντιπάλων χωρίς ουσιαστικό πολιτικό κόστος. Πάνω-κάτω, οι ίδιοι άνθρωποι σήμερα κατηγορούν την ίδια Δικαιοσύνη για μεροληψία.
Σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις η αντιπολίτευση δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας το νομικό σκεπτικό μιας απόφασης, με νομικά επιχειρήματα, ένσταση ή προσφυγή σε ανώτερο όργανο. Αμφισβήτησε το κύρος, τα κίνητρα και την ακεραιότητα των ίδιων των λειτουργών που την εξέδωσαν.
Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη θεμιτή πολιτική κριτική και στην απόπειρα αποδυνάμωσης ενός θεσμού: η πρώτη επιχειρηματολογεί επί της απόφασης, ενώ η δεύτερη επιτίθεται στο πρόσωπο που την εξέδωσε.