Η οικονομική πολιορκία που ετοιμάζει ο Ντόναλντ Τραμπ για να γονατίσει το Ιράν κινδυνεύει να ανοίξει ένα πολύ μεγαλύτερο μέτωπο: αυτό με την Κίνα.
Αν η Ουάσιγκτον θέλει πράγματι να κόψει τις βασικές πηγές εσόδων της Τεχεράνης, αργά ή γρήγορα θα πρέπει να στραφεί εναντίον του Πεκίνου, που απορροφά τη συντριπτική πλειονότητα των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Το δίλημμα για τον Λευκό Οίκο είναι πλέον μεγάλο: είτε θα αφήσει ανέγγιχτο τον σημαντικότερο οικονομικό «πνεύμονα» του Ιράν είτε θα ρισκάρει μια νέα σύγκρουση με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ.
Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στη σκληρή ρητορική που υιοθετεί πλέον η κυβέρνηση Τραμπ. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δεσμεύθηκε να εντείνει την πίεση προς το Ιράν, βάζοντας στο στόχαστρο τους οικονομικούς εταίρους της Τεχεράνης, στο πλαίσιο της «οικονομικής D-Day» που έχει προαναγγείλει ο Αμερικανός πρόεδρος. Θέλοντας μάλιστα να καταστήσει σαφές το εύρος της απειλής, ο Μπέσεντ κατέφυγε σε μια φράση φορτισμένη με βαριές ιστορικές μνήμες, επαναφέροντας ουσιαστικά την προειδοποίηση που είχε απευθύνει ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος στους συμμάχους των ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.
«Ή είστε μαζί μας ή είστε εναντίον μας», δήλωσε ο Μπέσεντ σε συνέντευξή του στο CNBC την Πέμπτη. «Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη συντονισμένη οικονομική απομόνωση στην ιστορία του κόσμου», διαμήνυσε.
Η απόλυτη αυτή διατύπωση δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας: η Ουάσιγκτον θέλει να καταστήσει σαφές ότι όσοι εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Ισλαμική Δημοκρατία θα πληρώσουν βαρύ τίμημα. Ο Μπέσεντ έχει ήδη προαναγγείλει ότι θα παρουσιάσει το σχετικό σχέδιο σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα.
Την ίδια στιγμή, όμως, η επιθετική αυτή ρητορική αποκαλύπτει και κάτι ακόμη: πόσο έχουν στενέψει οι επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους οι ΗΠΑ για τον τερματισμό αυτού του αντιδημοφιλούς πολέμου.
Και η χρήση μιας φράσης που συνδέθηκε με δύο δεκαετίες ατέρμονων αμερικανικών πολέμων στη Μέση Ανατολή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τόσο ο Τραμπ όσο και ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ έχουν επανειλημμένως δεσμευθεί ότι δεν θα επαναλάβουν αυτή την πορεία.
Στο Πεκίνο θα κριθεί η στρατηγική του Τραμπ
Με άλλα λόγια, η Κίνα είναι το σημείο στο οποίο θα κριθεί αν οι απειλές της Ουάσιγκτον μπορούν πράγματι να μετατραπούν σε πολιτική.
Το Πεκίνο αποτελεί τον κυριότερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, όμως η κυβέρνηση Τραμπ έχει μέχρι στιγμής αποφύγει να βάλει στο στόχαστρο ευθέως τους οικονομικούς δεσμούς Κίνας και Ιράν. Η χρονική συγκυρία καθιστά το δίλημμα ακόμη πιο δύσκολο: ο Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να επισκεφθεί τις ΗΠΑ τον επόμενο μήνα, την ώρα που οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου επιχειρούν να διατηρήσουν μια εύθραυστη εμπορική εκεχειρία.
Το Ιράν βρίσκεται ήδη εδώ και δεκαετίες υπό καθεστώς σκληρών κυρώσεων, ενώ οι ΗΠΑ επιβάλλουν πλέον και ναυτικό αποκλεισμό στα λιμάνια του, μετά από μήνες αεροπορικών επιδρομών που δεν κατάφεραν να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη σε συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ και την παράδοση του πυρηνικού υλικού της.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν είναι τι άλλο ουσιαστικό μπορεί να κάνει η Ουάσιγκτον πέρα από το να στραφεί ευθέως κατά της Κίνας, αφού οι επιλογές περιορίζονται σε ένα διαρκές «κυνηγητό» μικρότερων εταιρειών, τραπεζών και μεσαζόντων που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν μέσω τρίτων χωρών.
Εν τω μεταξύ, όσο η κρίση στη Μέση Ανατολή παρατείνεται, τόσο διογκώνονται οι επιπτώσεις στις οικονομίες ανά τον κόσμο.
«Οι ΗΠΑ δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν ένα απολύτως στεγανό καθεστώς κυρώσεων σε μια χώρα όπως το Ιράν, το οποίο διαθέτει τεχνογνωσία στην παράκαμψή τους», σημειώνει ο Αλί Βαέζ, αναπληρωτής διευθυντής προγραμμάτων στο International Crisis Group. «Ο πρόεδρος δεν διαθέτει την υπομονή που απαιτείται ώστε μια τέτοια πολιτική να αποδώσει αποτελέσματα, τα οποία θα μετρηθούν σε μήνες και όχι σε εβδομάδες».
Οι απειλές έχουν έναν βασικό αποδέκτη: την Κίνα
Η προειδοποίηση του Τραμπ άλλωστε ήταν σαφής και χωρίς εξαιρέσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε την Τετάρτη ότι «ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ χώρα επιτρέπει στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματά της, στις επιχειρήσεις της, στα αεροδρόμιά της ή σε κρατικούς φορείς να προσφέρουν οποιουδήποτε είδους σανίδα σωτηρίας στο Ιράν θα βρεθεί και η ίδια αντιμέτωπη με ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ Οικονομικές Συνέπειες».
Ο Τραμπ έβαλε μάλιστα στο στόχαστρο ολόκληρο το δίκτυο μέσω του οποίου η Τεχεράνη διατηρεί πρόσβαση σε χρήμα και διεθνές εμπόριο: «Λαθρεμπόριο πετρελαίου, γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων, μεταφορές μετρητών, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, νηολόγια πλοίων, εταιρείες-βιτρίνες — Όλα αυτά πρέπει να σταματήσουν ΤΩΡΑ».
Η έμφαση στο πετρέλαιο στρέφει αναπόφευκτα τον προβολέα στην Κίνα, η οποία απορροφά το 90% των ιρανικών πετρελαϊκών εξαγωγών. Η Ουάσιγκτον έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε ορισμένα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια μετά την έναρξη του πολέμου τον Φεβρουάριο, έχει όμως αποφύγει μέχρι σήμερα να αγγίξει τις μεγάλες κινεζικές τράπεζες που χρηματοδοτούν αυτές τις συναλλαγές.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η πραγματική δοκιμασία της νέας στρατηγικής.
«Είναι διατεθειμένος ο Λευκός Οίκος να θέσει αυτή τη νέα εκστρατεία οικονομικού πολέμου πάνω από τη σχέση του με την Κίνα; Γιατί αν επιλέξει να το κάνει, θα υπάρξουν σοβαρές συνέπειες», επισημαίνει ο Κρις Κένεντι, αναλυτής οικονομικής κρατικής πολιτικής στο Bloomberg Economics. Κατά τον ίδιο, οι νέες απειλές συνιστούν επίσης «παραδοχή ότι οι ΗΠΑ εξαντλούν τις επιλογές τους».
Το ρίσκο μιας μετωπικής σύγκρουσης πριν από την επίσκεψη Σι
Μια απόφαση να πληγούν ευθέως κινεζικά συμφέροντα θα μπορούσε να εκτροχιάσει τις σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου μόλις λίγες εβδομάδες πριν ο Τραμπ υποδεχθεί τον Σι, στην πρώτη επίσκεψη του Κινέζου ηγέτη στην Ουάσιγκτον εδώ και μία δεκαετία.
Και το ρίσκο δεν είναι μόνο διπλωματικό. Πιθανά κινεζικά αντίμετρα θα μπορούσαν να πλήξουν την αμερικανική οικονομία ακριβώς πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στις οποίες το εισόδημα, οι τιμές και το κόστος ζωής αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της ψήφου.
Το Πεκίνο έχει ήδη δείξει ότι δεν διστάζει να απαντήσει στον Τραμπ. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν οι περιορισμοί στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, οι οποίοι ανάγκασαν τον Λευκό Οίκο να υποχωρήσει στη σύγκρουση με τους δασμούς.
«Δεν υπάρχει τρόπος να τιμωρήσεις την ιρανική οικονομία περισσότερο από όσο έχει ήδη τιμωρηθεί επί 40 χρόνια, εκτός αν διαθέτεις κάποιου είδους διεθνή συνασπισμό, ο οποίος δεν υπάρχει», δήλωσε στο Bloomberg TV ο Τζος Λίπσκι, αντιπρόεδρος διεθνών οικονομικών στο Atlantic Council. «Δεν μου είναι σαφές πώς θα στραγγαλίσουμε οικονομικά το Ιράν περισσότερο από όσο το έχουμε ήδη κάνει, χωρίς να προκαλέσουμε τεράστια αντίδραση από την Κίνα, παραμονές της επίσκεψης του προέδρου Σι στην Ουάσιγκτον», προσθέτει.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών, εν τω μεταξύ, επέκρινε τις απειλές του Τραμπ για εξαπόλυση «οικονομικού πολέμου» κατά των εμπορικών εταίρων του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια στρατηγική δεν θα συμβάλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων στην περιοχή.
«Τίποτα από όσα μπορεί να προσφέρει η κυβέρνηση Τραμπ δεν είναι αρκετό ώστε να ζητήσει από τον Σι να υποκλιθεί στον Τραμπ με τόσο δημόσιο τρόπο και βαρυσήμαντο τρόπο», επισημαίνει ο Μπρετ Έρικσον, managing principal στην Obsidian Risk Advisors και ειδικός σε θέματα κυρώσεων. «Αυτό σημαίνει ότι ζητείται από το Πεκίνο να επιτρέψει οικειοθελώς στις ΗΠΑ να υπαγορεύουν με ποιους μπορεί και με ποιους δεν μπορεί να συναλλάσσεται, και πρόκειται για προηγούμενο που δεν έχουν καμία πρόθεση να δημιουργήσουν», προσθέτει.
Η πίεση του Τραμπ στο πετρέλαιο, τη βασικότερη πηγή εσόδων της Τεχεράνης, φαίνεται ήδη να έχει αντίκτυπο. «Υπό αυτές τις συνθήκες, οι εξαγωγές πετρελαίου μας έχουν ουσιαστικά σταματήσει», δήλωσε αυτή την εβδομάδα στην κρατική τηλεόραση ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας του Ιράν, Αμπντολνασέρ Χεματί.
Ωστόσο, η Κίνα δεν είναι ο μόνος κρίκος της αλυσίδας. Εάν οι ΗΠΑ επιχειρήσουν να απομονώσουν ακόμη περισσότερο την ιρανική οικονομία, αρκετές ακόμη χώρες θα βρεθούν στην πρώτη γραμμή της πίεσης.
ΗΑΕ, Τουρκία και Ινδία μπαίνουν στο στόχαστρο
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Ιράν και έναν από τους σημαντικότερους διαύλους μέσω των οποίων η χώρα αποκτά ξένα αγαθά και σκληρό νόμισμα. Αυτή την εβδομάδα, ωστόσο, τα ΗΑΕ ανακοίνωσαν ότι διακόπτουν όλους τους οικονομικούς δεσμούς με την Ισλαμική Δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον τους.
Η Τουρκία, σύμμαχος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, είναι επίσης ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικών εξαγωγών μετά την Κίνα, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Bloomberg. Η Ινδία, στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ με τον οποίο ο Τραμπ επιδιώκει να διαπραγματευτεί εμπορική συμφωνία, αποτελεί επίσης σημαντική πηγή εισαγωγών για το Ιράν, κυρίως σε τρόφιμα και φάρμακα.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος στα ΗΑΕ και το Ιράκ, τα οποία βοηθούν το Ιράν να επαναπατρίζει τα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου, μετατρέποντας πληρωμές -συχνά σε κινεζικό γιουάν- σε νομίσματα που μπορεί να χρησιμοποιήσει η Τεχεράνη. Ακόμη και αν αυτά τα δίκτυα μπουν στο στόχαστρο, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι η πίεση θα είναι αρκετή για να οδηγήσει το Ιράν σε υποχώρηση.
Το όριο των κυρώσεων και το στοίχημα της εφαρμογής
Ακόμη και χωρίς αντίποινα από άλλες χώρες, παραμένει ανοιχτό το βασικότερο ερώτημα: μπορεί μια ακόμη σκληρότερη οικονομική πολιορκία να πετύχει εκεί όπου δεκαετίες κυρώσεων δεν κατάφεραν να επιφέρουν ουσιαστικό αποτέλεσμα;
Αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο πως οι ΗΠΑ μπορούν να κόψουν πλήρως τους εμπορικούς δεσμούς του Ιράν με τα γειτονικά κράτη, ιδιαίτερα μέσω των χερσαίων διαδρομών. Πρόκειται για δίκτυα που λειτουργούν επί γενεές, στηριζόμενα τόσο στη γεωγραφική εγγύτητα όσο και σε βαθιές ιστορικές και οικονομικές σχέσεις.
Το πόσο αποτελεσματική θα αποδειχθεί η νέα αμερικανική στρατηγική θα εξαρτηθεί τελικά από τις λεπτομέρειές της και, κυρίως, από το πόσο αποφασιστικά θα εφαρμοστεί, σημειώνει η Κλερ Ο’Νιλ ΜακΚλέσκι, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών και συνιδρύτρια της εταιρείας συμβούλων σε θέματα κυρώσεων Clarity Compliance Consulting.
«Σε αυτό το σημείο, οι γενικές δημόσιες απειλές από μόνες τους είναι απίθανο να αλλάξουν συμπεριφορές. Θα χρειαστεί πραγματική δράση εναντίον μιας ξένης τράπεζας ή εταιρείας, ώστε οι τρίτες χώρες να καταλάβουν ακριβώς τι είναι διατεθειμένη να βάλει στο στόχαστρο η κυβέρνηση Τραμπ», επισημαίνει.